| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Κυριακή 15 Μαρτίου 2009
Web Science Conference 2009: «Society On-Line»
Υπό αίρεση η εξωτερική μας πολιτική
Της Δωρας Aντωνιου
Η ανακοίνωση, πριν από μία εβδομάδα, της απόφασης του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα να επισκεφθεί την Τουρκία αιφνιδίασε (και) την Αθήνα. Η γνωστοποίηση της πρόθεσης του Αμερικανού προέδρου, όπως και η ιδιαίτερα θερμή ατμόσφαιρα που επικράτησε κατά την επίσκεψη στην Αγκυρα της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών κ. Χίλαρι Κλίντον, σηματοδοτεί τουλάχιστον αλλαγή κλίματος στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, που δεν βρέθηκαν στο καλύτερο σημείο τους τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η σηματοδοτούμενη αλλαγή προκαλεί σε διπλωματικούς κύκλους στην Αθήνα έντονο προβληματισμό για την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων και, ενδεχομένως, για την ανάγκη αναπροσαρμογής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με την Τουρκία.
Μεροληπτική στάση
Η Ουάσιγκτον για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες εγκαταλείπει την αρχή της αμοιβαιότητας, που ήθελε Αθήνα και Αγκυρα να αντιμετωπίζονται ως «πακέτο» σε κάθε επίσκεψη Αμερικανού προέδρου στην περιοχή. Επρόκειτο για μια κίνηση εν πολλοίς σημειολογική, για να φαίνεται ότι τηρούνται ίσες αποστάσεις και ουδετερότητα απέναντι στις δύο χώρες. Η επίσκεψη Ομπάμα μόνο στην Αγκυρα, τώρα, μπορεί να μεταφραστεί σε μεροληπτική υπέρ της Τουρκίας στάση, σε σχέση με τα ελληνοτουρικά; Εμπειροι διπλωμάτες εκτιμούν πως όχι. Και αιτιολογούν την άποψή τους, προβάλλοντας την ατζέντα που προωθεί η αμερικανική πλευρά σε σχέση με την Τουρκία. Αυτή εστιάζεται στα μεγάλα ζητήματα της ευρύτερης περιοχής, που έχουν τεθεί ως προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής τη δεδομένη χρονική στιγμή, όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, οι σχέσεις με το Ιράν, το Μεσανατολικό, και δεν περιλαμβάνει θέματα που αφορούν το τρίγωνο Ουάσιγκτον - Αθήνα - Αγκυρα. Προσθέτουν ενδεικτικά ότι στην επίσκεψη της κ. Κλίντον τα δύο ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος που εθίγησαν στις δημόσιες τοποθετήσεις είναι θέματα διεθνοποιημένα και όχι αμιγώς διμερή. Πρόκειται για το Κυπριακό, όπου η αποστροφή της κ. Κλίντον περί «άρσης της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων» ενόχλησε Αθήνα και, κυρίως, Λευκωσία, το ζήτημα των θρησκευτικών ελευθεριών και την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Υπό το πρίσμα αυτό, στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών αναφέρει ότι «δεν έχει νόημα να μπούμε σε αγώνα δρόμου με την Τουρκία για τη διεκδίκηση της αμερικανικής προσοχής, καθώς η ατζέντα που προωθεί η Ουάσιγκτον σε σχέση με την Αγκυρα είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν που αφορά το τρίγωνο ΗΠΑ - Ελλάδας - Τουρκίας». Αυτό, βεβαίως, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι η Αθήνα δεν θα ήθελε, για λόγους εντυπώσεων, να εξασφαλίσει μια συνάντηση του πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή με τον κ. Ομπάμα πριν ο τελευταίος μεταβεί στην Τουρκία, δηλαδή στο περιθώριο είτε της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, στις 3 και 4 Απριλίου στο Στρασβούργο και στο Κελ, είτε στις 5 Απριλίου, στη Σύνοδο Ε.Ε. - ΗΠΑ, στην Πράγα.
Υποβαθμισμένος ρόλος
Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί το υπουργείο Εξωτερικών έναντι των εντυπώσεων που προκλήθηκαν από την ανακοίνωση της επίσκεψης Ομπάμα στην Τουρκία δεν πείθουν την αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία εγκαλεί την κυβέρνηση για διαρκή υποβάθμιση του ρόλου που διαδραματίζει η χώρα μας στην περιοχή, αναφέροντας ότι η Ελλάδα έχει απολέσει το έρεισμα που διέθετε παλαιότερα στις χώρες της Μέσης Ανατολής και στον αραβικό κόσμο γενικότερα. Από κυβερνητικής πλευράς απαντούν ότι η γεωγραφική θέση της Τουρκίας της δίνει, στην παρούσα συγκυρία, ενισχυμένη γεωπολιτική αξία, καθώς συνορεύει με τις περισσότερες χώρες που ενδιαφέρουν άμεσα τις ΗΠΑ. Προσθέτουν επίσης ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την τουρκική επιρροή στον μουσουλμανικό κόσμο, ενώ ως μέλος της Ε.Ε. δεν θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συνομιλεί απευθείας με τη Χαμάς, όπως κάνει η Τουρκία.
Μπορεί, σύμφωνα με τις αναλύσεις που γίνονται στο υπουργείο Εξωτερικών, η επίσκεψη Ομπάμα στην Τουρκία να μην αφορά άμεσα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ωστόσο φαίνεται να δικαιώνει την επιδίωξη της Τουρκίας να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη και να καταστεί προνομιακός συνομιλητής της υπερδύναμης και μεσολαβητής στην προσπάθειά της να διευθετήσει μια σειρά από καίρια ζητήματα στην ευρύτερη περιοχή. Από αυτήν τη διαπίστωση εγείρεται έντονος προβληματισμός στην Αθήνα, σε σχέση με ενδεχόμενη ανάγκη αναπροσαρμογής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της γείτονος.
Πολιτική έντασης
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει διπλωματική πηγή, πρέπει να εξεταστούν με ιδιαίτερη προσοχή οι ενδεχόμενες επιπτώσεις που θα έχει η ανάδειξη της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη στις διμερείς μας σχέσεις. Ειδικότερα, οι επιπτώσεις σε σχέση με την Ε.Ε. Το κατά πόσο, δηλαδή, η Τουρκία υπό τα νέα δεδομένα θα συνεχίσει να επιδιώκει πρόοδο στις σχέσεις της με την Ε.Ε. με τον ίδιο ρυθμό όπως και πριν ή θα αναδιατάξει τον προσανατολισμό της, θέτοντας άλλες προτεραιότητες. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας είναι το πιο βασικό εργαλείο μας στην πολιτική έναντι της γείτονος τα τελευταία χρόνια», επισημαίνει έμπειρος διπλωμάτης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ενδεχομένως η Αθήνα θα πρέπει να αρχίσει να αναζητεί εναλλακτικές.
Το δεύτερο σημείο έντονου προβληματισμού της Αθήνας από την ανάδειξη της Τουρκίας σε περιφερειακή υπερδύναμη αφορά την ακολουθούμενη πολιτική έντασης της γείτονος στο Αιγαίο, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που εκτιμούν ότι η Αγκυρα θα γίνει πιο πιεστική στις διεκδικήσεις της, εκφράζοντας την ανησυχία τους για περαιτέρω αύξηση της έντασης και των προκλήσεων από τουρκικής πλευράς, προκλήσεις οι οποίες, ούτως ή άλλως, εμφανίζονται «αναβαθμισμένες» και με μεγαλύτερη συχνότητα τους τελευταίους μήνες.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_15/03/2009_307724
Νεο-οθωμανισμός στο αλλαγμένο γεωπολιτικό τοπίο
Του Σταυρου Λυγερου
Η άρνηση της τουρκικής Βουλής το 2003 να επιτρέψει τη διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων προς το βόρειο Iράκ είχε τότε προκαλέσει σοκ, αλλά τελικώς δεν είχε σοβαρές συνέπειες για την Αγκυρα. Η κυβέρνηση Μπους υποχρεώθηκε να καταπιεί την οργή της, επειδή συνέχισε να την έχει ανάγκη:
Μέσω διευκολύνσεων που παρέχει η Τουρκία στηρίζεται σε ένα μεγάλο μέρος η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ.
Μόνο μέσω της Τουρκίας μπορεί να παρακαμφθεί η Ρωσία στη ροή του κεντροασιατικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Η Τουρκία μπορεί να είναι ένα -μη εξαρτώμενο από τη Ρωσία- σκαλοπάτι προς το Αφγανιστάν, ειδικά μετά την απόφαση του Κιργιζιστάν να κλείσει την αμερικανική αεροπορική βάση Μανάς.
Η γειτνίασή της με τον Καύκασο της επιτρέπει να λειτουργήσει ως έρεισμα για το φιλοαμερικανικό καθεστώς της Γεωργίας και εμμέσως ως έρεισμα για το τσετσενικό αντάρτικο.
Η εξωτερική πολιτική του προέδρου Ομπάμα διαφοροποίησε, αλλά δεν ακύρωσε τους ανωτέρω λόγους. Για την Ουάσιγκτον είναι βολικό η επικείμενη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ να πραγματοποιηθεί μέσω Τουρκίας.
Παζάρια
Ο Μπαμπατζάν, όμως, άρχισε τα παζάρια: «Εχουμε κάποιους όρους για το θέμα της αποχώρησης μέσω της Τουρκίας… Θα φύγει (ο οπλισμός) από το Ιράκ και στη συνέχεια πού θα πάει; Αυτά όλα θα πρέπει να συζητηθούν. Ισως σε ορισμένα σημεία του σχεδίου πούμε ναι και σε ορισμένα όχι». Οι Τούρκοι θέλουν να περιέλθει στα δικά τους χέρια ο αμερικανικός οπλισμός και κυρίως να μην αφεθεί στους Κούρδους.
Για να διασφαλίσουν την επιρροή τους στο Ιράκ και μετά την απόσυρση των στρατιωτών τους, οι ΗΠΑ θέλουν να δημιουργήσουν έναν ευνοϊκό περίγυρο και κυρίως να έχουν εύκολη πρόσβαση. Ειδικά για το κουρδικό βόρειο Ιράκ, αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί είτε μέσω Συρίας είτε μέσω Τουρκίας. Οσο οι αμερικανοσυριακές σχέσεις είναι προβληματικές, η Τουρκία είναι μονόδρομος.
Το άνοιγμα Ομπάμα προς την Τεχεράνη ευνοεί την τουρκική μεσολάβηση και ενισχύει τον ρόλο της Αγκυρας. Η φιλοδοξία της, όμως, δεν φαίνεται να προχωράει. Οταν προ ημερών ο πρόεδρος Γκιουλ βολιδοσκόπησε τους Ιρανούς οικοδεσπότες τους, αυτοί του απάντησαν ότι δεν χρειάζεται μεσολάβηση. Η θέση τους είναι ότι εάν η Ουάσιγκτον έχει κάτι να τους πει, πρέπει να τους το πει η ίδια. Είναι αξιοσημείωτο ότι και ο Σύρος πρόεδρος Ασαντ φαίνεται να αποποιείται την τουρκική μεσολάβηση μεταξύ Δαμασκού και Τελ Αβίβ. Σε συνέντευξή του στην ιαπωνική εφημερίδα Asahi ζήτησε από την Ουάσιγκτον να παίξει τον ρόλο του μεσολαβητή.
Η Τουρκία μπορεί να μην τα καταφέρει ως επίδοξος μεσολαβητής, αλλά αυτό που μετράει είναι ότι οι ΗΠΑ την έχουν ανάγκη. Γι’ αυτό και ο πρόεδρος Ομπάμα σπεύδει να την επισκεφθεί, προκαλώντας αμηχανία στην Αθήνα. Ακόμα και εάν δεν εκφωνήσει στην Κωνσταντινούπολη την προαναγγελθείσα ομιλία του προς τον ισλαμικό κόσμο, από μόνη της η επίσκεψή του είναι ένα μήνυμα για τη σημασία που η Ουάσιγκτον αποδίδει στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.
Η Αγκυρα κρατάει στα χέρια της καλά χαρτιά και τα παίζει δυνατά. Σε αντίθεση με την επιφυλακτικότητα και τον μάλλον μονοδιάστατο χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής των κεμαλιστών, ο Ερντογάν ακολουθεί πολιτική δυναμικού εξωστρεφούς ανοίγματος. Δεν πρόκειται για διπλωματικό «μπιζιμποντισμό». Πρόκειται για νέο στρατηγικό δόγμα.
Μία πρώιμη εκδοχή του νεοοθωμανισμού είχε προωθήσει ο Οζάλ για να εκμεταλλευθεί τις ευκαιρίες από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Ηταν η εποχή που δήλωνε αμετροεπώς ότι η τουρκική επιρροή εκτεινόταν από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος! Ο θεωρητικός της σύγχρονης εκδοχής του (δόγμα του «στρατηγικού βάθους») είναι ο σύμβουλος του Ερντογάν καθηγητής Νταβούτογλου.
Ηγετική δύναμη
Η ουσία του νεο-οθωμανισμού είναι ότι η Τουρκία δεν πρέπει να συμπεριφέρεται σαν το ακραίο γεωπολιτικό φυλάκιο της Δύσης στην Ανατολή, ούτε σαν την ιδανική γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Το αυτοκρατορικό παρελθόν της, ο όγκος της και οι δυνατότητες επιρροής της την διευκολύνουν να αναδειχθεί σε αυτόνομη ηγετική περιφερειακή δύναμη.
Για να το επιτύχει πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο και πολιτικές δεσμεύσεις στην ευρύτερη περιοχή, χωρίς να χαλαρώσει τους δεσμούς της με τους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Στο νέο διεθνές περιβάλλον η Τουρκία πρέπει να ασκεί εξωτερική πολιτική με αυτοπεποίθηση και αίσθηση μεγαλείου και να διαπραγματεύεται επί ίσοις όροις με τις μεγάλες δυνάμεις.
Ο Ερντογάν προτάσσει μία μοντέρνα ισλαμική ταυτότητα, η οποία δεν λειτουργεί σαν «δούρειος ίππος» της Δύσης, αλλά σαν αυτόνομος γεωπολιτικός παράγων. Η άρνησή του το 2003 να επιτρέψει την διέλευση των Αμερικανών προς το βόρειο Ιράκ παγίωσε την εντύπωση πως η Τουρκία είναι μία δύναμη που έχει και το ειδικό βάρος και την αποφασιστικότητα να κάνει το δικό της παιχνίδι.
Το επεισόδιο στο Νταβός ήρθε να επιβεβαιώσει αυτήν την εντύπωση. Δεν πρόκειται για ένα τυχοδιωκτικό ξέσπασμα. Πέρα από τις εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, ήταν και ένα έμπρακτο μήνυμα προς τον μουσουλμανικό κόσμο και μία απόδειξη της αυξανόμενης τουρκικής αυτοπεποίθησης. Από παλιά, η Τουρκία αυτοπροβαλλόταν σαν πρότυπο κοσμικής μουσουλμανικής χώρας, προκειμένου να μεγιστοποιήσει στα μάτια των Δυτικών τη γεωστρατηγική σημασία της. Τώρα πια αυτοπροβάλλεται και στον μουσουλμανικό κόσμο σαν μία χώρα που έχει και τη βούληση και τη δύναμη να υποστηρίξει υποθέσεις με μεγάλη συμβολική σημασία γι’ αυτόν τον χώρο, όπως το Παλαιστινιακό.
Πριν εκπνεύσει ο Απρίλιος θα έχουμε ένδειξη εάν η τουρκική στάση θα της κοστίσει την αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας. Ο Μπαμπατζάν δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον έχει προειδοποιηθεί για τις αρνητικές επιπτώσεις. Η αναγνώριση παραμένει ισχυρό ταμπού στην Τουρκία, αλλά ουσιαστικά δεν συνιστά στρατηγικό πλήγμα. Από τη στιγμή, όμως, που η αναγνώριση διασυνδέθηκε με τα γεωπολιτικά παιχνίδια, η στάση του Κογκρέσου αποκτά διαστάσεις πολιτικού μηνύματος.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_15/03/2009_307725
Νέα ισορροπία ΗΠΑ–Ελλάδας–Τουρκίας
| ||||||
