Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ο απολογισμός στην ελληνική πολιτική τη δεκαετία 2000 - 2009

Ο απολογισμός στην ελληνική πολιτική τη δεκαετία 2000 - 2009

Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ
Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010 07:00
Καρίνα Λάμψα, 1041 λέξεις, ΠΟΛΙΤΙΚΑ
URL: http://www.naftemporiki.gr/news/redirstory.asp?id=1761311


Στιγμιότυπο από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, οι οποίοι διεξήχθησαν με επιτυχία.
Δέκα ολόκληρα χρόνια πέρασαν από την Πρωτοχρονιά του 2000, που σηματοδότησε την έναρξη της νέας χιλιετίας. Το γεγονός προκάλεσε τότε έξαψη και δέος, δεν μπορεί όμως να πει κανείς ότι τα πρώτα δέκα χρόνια άλλαξαν τον κόσμο.

O κόσμος δεν καταστράφηκε ούτε μεγαλούργησε. Βρίσκεται, όπως πάντοτε, αντιμέτωπος με μεγάλες προκλήσεις. Μόνο που σήμερα, το 2010, είναι κάπως διαφορετικές.

Το τέλος της δεκαετίας βρήκε τον πλανήτη σε μια σοβαρή οικονομική και κοινωνική κρίση, που αποτελεί, κατά γενική ομολογία, αποτέλεσμα λανθασμένων πολιτικών και έλλειψης ρύθμισης των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών θεσμών. Παράλληλα, η υπερκατανάλωση και η αλόγιστη χρήση των φυσικών πόρων έφεραν στο προσκήνιο το άλυτο, μέχρι στιγμής, πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής.

Η ανησυχητική αύξηση της ανεργίας, το καυτό ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, η επέκταση της διαφθοράς, η διαπίστωση ότι οι πολιτικές ηγεσίες χωρών ή συνασπισμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεικνύονται κατώτερες των προσδοκιών, η ελπιδοφόρα άνοδος στην εξουσία του Μπαράκ Ομπάμα, αλλά και η κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, συμπληρώνουν το σκηνικό της δεκαετίας που μόλις μας αποχαιρέτισε.

Για την Ελλάδα, η δεκαετία άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς, για να αποδειχτεί, αργότερα, αρκετά επεισοδιακή. Σε πολιτικό επίπεδο, προκηρύχτηκαν τέσσερις φορές εθνικές εκλογές (2000, 2004, 2007, 2009), τρία πολιτικά κόμματα άλλαξαν αρχηγό (ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία, Συνασπισμός) και ένα νέο κόμμα μπήκε στη Βουλή (ΛΑΟΣ, 2007).

Οι πρωτόγνωρες διαδικασίες που εγκαινιάστηκαν στις εσωκομματικές εκλογές έφεραν στην ηγεσία των δυο μεγάλων κομμάτων τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Αντώνη Σαμαρά. Έκπληξη αποτέλεσε η επικράτηση του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος διαδέχτηκε τον Αλέκο Αλαβάνο, το Φεβρουάριο του 2008 (ποσοστό αποδοχής 70%). Ο Συνασπισμός κατέγραψε θεαματική άνοδο (στις δημοσκοπήσεις) για να προσγειωθεί, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2008, στις τελευταίες εθνικές εκλογές, στο 4,6%.

Ο Κώστας Σημίτης

Ειδικότερα, η δεύτερη θητεία του Κώστα Σημίτη στην πρωθυπουργία (2000-2004) συνοδεύτηκε από την επιβολή μέτρων λιτότητας, που στόχευαν στη μείωση του πληθωρισμού και του εθνικού χρέους, αλλά κι από την ευφορία της προοπτικής των Ολυμπιακών Αγώνων και της επίτευξης σημαντικών εθνικών στόχων, όπως:

Ενας από τους πιο σημαντικούς εθνικούς στόχους που επετεύχθη την πρώτη δεκαετία του 2000 ήταν η είσοδος της χώρας μας στην ΟΝΕ.
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ (2001), η θεαματική βελτίωση των σχέσεων με τις γειτονικές χώρες, ιδίως με την Τουρκία, και η προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση στη διάρκεια της επιτυχούς ελληνικής προεδρίας στην Ε.Ε. (2003).

Επί πρωθυπουργίας Σημίτη, κατασκευάστηκαν ή ολοκληρώθηκαν - εν όψει και των Ολυμπιακών Αγώνων- μεγάλα έργα υποδομής, όπως το μετρό και το τραμ της Αθήνας, το νέο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, η Αττική Οδός, η Γέφυρα Ρίου- Αντιρρίου και η Εγνατία Οδός.

Ωστόσο, το ζήτημα του κοινωνικού κράτους, όπως και της καθημερινότητας των πολιτών, πέρασε σε δεύτερο πλάνο, ενώ μοιραίο πλήγμα υπήρξε το λεγόμενο, σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου - όταν το Χρηματιστήριο Αθηνών οδηγήθηκε σε ανεξέλεγκτη άνοδο (6.350 μονάδες), με αποτέλεσμα να καταρρεύσει και πολλοί μικροεπενδυτές να χάσουν τα λεφτά τους.

Ανακοινώνοντας την παραίτησή του από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ, στις 7 Ιανουαρίου 2004, ο Κώστας Σημίτης όρισε ουσιαστικά ως διάδοχό του τον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος του Κινήματος στις 8 Φεβρουαρίου 2004, μετά από μια ψηφοφορία στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 1.000.000 πολίτες.

Ο Κώστας Καραμανλής

Νικητής των εκλογών της 7ης Μαρτίου 2004 ήταν ο Κώστας Καραμανλής (45,4% και 165 έδρες), ο οποίος προκήρυξε, όμως, στη συνέχεια, δυο φορές πρόωρες εκλογές (2007 και 2009) επικαλούμενος τα προβλήματα της οικονομίας και, τη δεύτερη φορά, την άρνηση του ΠΑΣΟΚ να συναινέσει στην εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση Καραμανλή έφερε επιτυχώς σε πέρας τους Ολυμπιακούς Αγώνες (χωρίς να μπορέσει στη συνέχεια να διαχειριστεί το θέμα της αξιοποίησης των Ολυμπιακών Ακινήτων) και ολοκλήρωσε το έργο του Κώστα Σημίτη σε σχέση με την έναρξη της κατασκευής του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη.

Η πολιτική που ακολούθησε στο Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις (αποστασιοποίηση σε σχέση με τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, εγκατάλειψη του Ελσίνκι κ.ά.) διέφερε αισθητά από εκείνη της κυβέρνησης Σημίτη, ενώ έφερε σε πρώτο πλάνο τη διαφορά με τα Σκόπια στο ζήτημα της ονομασίας, με αποκορύφωμα το ελληνικό βέτο για την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ στη σύνοδο του Βουκουρεστίου, το 2008.

Μολονότι ο Κώστας Καραμανλής είχε θέσει στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας του, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την επανίδρυση του κράτους, η πρωθυπουργική θητεία του σημαδεύτηκε από σκάνδαλα διαφθοράς που άγγιζαν στενούς συνεργάτες του- όπως οι υποθέσεις του Βατοπεδίου, των δομημένων ομολόγων, της απαγωγής Πακιστανών από όργανα των ελληνικών κρατικών υπηρεσιών, των υποκλοπών κ.ά.

Δέχτηκε, επίσης, έντονη κριτική για τις ολιγωρίες του κρατικού μηχανισμού στο θέμα της κατάσβεσης των μεγάλων πυρκαγιών το καλοκαίρι του 2007, καθώς και για τη δολοφονία από ειδικό φρουρό στα Εξάρχεια του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και τις ανεξέλεγκτες ταραχές του Δεκεμβρίου 2008.

Το πρόωρο κλείσιμο της Βουλής, πριν από τις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2009, που οδήγησε σε παραγραφή των σκανδάλων, αποτέλεσε καίριο πλήγμα για την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος, παρά τις δυσμενείς προβλέψεις των δημοσκοπήσεων, προχώρησε στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών.

Ύστερα από τη συντριπτική ήττα του κόμματός του (33,4%), στις 4 Οκτωβρίου 2009, ο Κώστας Καραμανλής παραιτήθηκε από πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Οι εσωκομματικές εκλογές του Νοεμβρίου 2009, αποτέλεσαν έκπληξη, καθώς νέος αρχηγός του κόμματος αναδείχτηκε, έναντι της Ντόρας Μπακογιάννη, ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος είχε επιστρέψει στην πολιτική σκηνή, ύστερα από μακρόχρονη απουσία, μόλις τον Ιανουάριο του 2009.

Ο Γιώργος Παπανδρέου

Νικητής των εκλογών υπήρξε ο Γιώργος Παπανδρέου (43,9% και 165 έδρες), που οδηγήθηκε στην πρωθυπουργία ύστερα από την επιτυχή αντιπαράθεσή του με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, το 2007 (55% έναντι 38%), την εκλογή του, δυο φορές, στο αξίωμα του προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και τη νίκη του στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2009.

Η ανάδειξη Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, που έφερε μια πνοή αισιοδοξίας, συμπίπτει με την αρχή της νέας δεκαετίας και βρίσκει την Ελλάδα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή: για να μπορέσει να υπερβεί επιτυχώς την οικονομική κρίση και να διατηρήσει μια ισχυρή θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οφείλει να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές που έχουν μεγάλο πολιτικό κόστος.

Ίσως το πιο αισιόδοξο μήνυμα να είναι, λοιπόν, ότι ενώ η δεκαετία που πέρασε χαρακτηρίσθηκε από έντονες πολιτικές διαμάχες και αντιπαραθέσεις, αυτή που μόλις τώρα αρχίζει αφήνει να διαφαίνονται ελπίδες προς την κατεύθυνση του διαλόγου και της συναίνεσης.

ΚΑΡΙΝΑ ΛΑΜΨΑ


Ελλάς vs Τουρκία

Ο Μεγάλος Ασθενής

Tου Κωστα Ιορδανιδη

Εάν πιστεύσει κανείς την πολιτική ηγεσία της χώρας, τους οικονομικούς παράγοντες, τα ΜΜΕ, τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης, η νέα χρονιά βρήκε την Ελλάδα στην «εντατική» και πλείστες όσες εκτιμήσεις -άκρως απαισιόδοξες ενίοτε- διατυπώνονται για το μέλλον της χώρας.

Βεβαίως, η Ελλάς δεν είναι αφηρημένη έννοια, δεν είναι κάποια υπερβατική ιδέα· είναι μία σύνθεση αντικειμενικών στοιχείων, όπως πολιτικοί άνδρες όλων των παρατάξεων, εργαζόμενοι στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, επιχειρηματίες, μεγάλου ή μικρού διαμετρήματος, που όλοι συμβάλαμε, καθένας με τον τρόπο του, στη διαμόρφωση της σημερινής καταστάσεως.

Κατά συνέπεια, ο Μεγάλος Ασθενής δεν είναι μόνον η όποια κυβέρνηση ασκεί την εξουσία· δεν είναι αποκλειστικά το πολιτικό σύστημα που διαμορφώθηκε μετά τη μεταπολίτευση· ο Μεγάλος Ασθενής είναι από μία άποψη και η ελληνική κοινωνία, που πάσχει από ατονία και έχει χάσει τη ζωτική ορμή της.

Στην άλλη ακτή του Αιγαίου, η Τουρκία διέρχεται δίχως αμφιβολία περίοδο ακραίων εσωτερικών πολιτικών εντάσεων· το ιδεολόγημα του Μουσταφά Κεμάλ αμφισβητείται από την ισλαμική κυβέρνηση του κ. Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι η κοινωνία της Τουρκίας βρίσκεται σε δημιουργική διέγερση.

Μία νέα τάξη, που άρχισε να διαμορφώνεται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ, οι επιχειρηματίες της Ανατολίας, απέκτησαν τόση ισχύ ώστε να αμφισβητούν το παραδοσιακό κεμαλικό κατεστημένο, διαδραματίζουν ρόλο κυρίαρχο στην τουρκική οικονομική ζωή, και αποτολμούν αλλοίωση ακόμη και της πολιτιστικής φυσιογνωμίας της χώρας.

Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των δύο χωρών, αυτή και η πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάς και όχι απλώς η στρατιωτική υπεροπλία της Τουρκίας ή η διπλωματική δεινότης της, που υπερεκτιμάται τις περισσότερες φορές στη χώρα μας.

Πριν από τριάντα χρόνια ένα σημαντικό τμήμα της ελληνικής κοινωνίας διεκδικούσε ρόλο ουσιαστικότερο και έφερε το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Πέρασε η Ελλάς μία περίοδο ροβεσπιερισμού· νέα στελέχη αναδείχθηκαν στον δημόσιο τομέα, αλλά οι επιδόσεις τους δεν ήσαν εντυπωσιακές· νέα τάξη επιχειρηματιών δημιουργήθηκε, αλλά η ορμή τους άρχισε να εξαντλείται.

Σήμερα στην Ελλάδα δεν υπάρχει κοινωνική ομάδα που να αγωνίζεται για την επιβεβαίωσή της στον οικονομικό τομέα ή στην πολιτική σκηνή - εκτός ίσως από από ένα τμήμα ελληνοποιηθέντων μεταναστών. Η ελληνική κοινωνία εμφανίζει σημάδια παθητικότητος, ασφυκτιά, δίχως δημιουργικές διεξόδους.

Είναι παράδοξο πώς η συμμετοχή της Ελλάδος στη Ζώνη του Ευρώ, η πλήρης ένταξή της στο ευρωπαϊκό σύστημα, αντί να αποδεσμεύσει δημιουργικές δυνάμεις, οδήγησε την κοινωνία σε μία αλόγιστη διασπάθιση του πλούτου, σε μία έκπτωση αξιών. Η πολιτική ηγεσία της χώρας στάθηκε -ως φαίνεται- ανίκανη να διαχειρισθεί έως τώρα την ευρωπαϊκή πρόκληση, αν και αποτελούσε στόχο του έθνους από την ίδρυση του Ελληνικού Βασιλείου. Και η ελληνική κοινωνία εξέλαβε την ευρωπαϊκή προοπτική ως πρόσχημα για επιβεβαίωση της ατομικής αυθαιρεσίας. Ας υποθέσουμε, λόγω των ημερών, και της αρχής του νέου έτους ότι το παν δεν έχει ακόμη χαθεί.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_03/01/2010_385507


Ο χρόνος για τους Μετα-έλληνες

Ο χρόνος για τους Μετα-έλληνες

Tου Χρηστου Γιανναρα

Τον εναργέστερο ορισμό του χρόνου τον έδωσε ο μύθος: Χρόνος είναι ο Κρόνος, ένας θεός που γεννάει παιδιά και τα τρώει. Η εικόνα αναπαράγει τη χρονική διαδοχή σαν πραγματικότητα προσωποποιημένη: Κάποιος «θεός» μεταβάλλει αδιάκοπα το παρόν σε παρελθόν, την ύπαρξη σε ανυπαρξία.

Η κριτική σκέψη, που πρωτογέννησαν στην ανθρώπινη Ιστορία οι κάποτε Ελληνες, απροσωποποίησε τον γεννήτορα: Τον χρόνο τον γεννάει η μεταβολή, δηλαδή η αέναη στο σύμπαν κίνηση. Ταυτίζεται ο χρόνος με την ουράνια σφαίρα στην κίνησή της, τα ουράνια σώματα είναι «όργανα χρόνου», μέτρα για να μετράμε τον χρόνο. Σε άμεση συνάρτση με την ύλη, που είναι το δεδομένο και άναρχο υποκείμενο της κινητικής μεταβολής, είναι και ο χρόνος αγέννητος, άπειρος (δίχως πέρατα), στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ολότητας, ανερμήνευτα δεδομένο «γίγνεσθαι» συστατικό του υπάρχειν.

Σε αυτό το γίγνεσθαι της αδιάκοπης χρονικής «ροής» ο Ηράκλειτος θα διαβλέψει μια σύνθεση της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, που την πιστοποιούμε ως εμπειρία αδιάκοπα καινούργιων πραγματοποιήσεων: «στο ίδιο ποτάμι δεν γίνεται να μπούμε δυο φορές» – τα νερά που μας βρέχουν κάθε φορά είναι άλλα. Η «ροή» είναι κυκλική, όχι σταθερή περιοδική επανάληψη των ίδιων γεγονότων, αλλά μια αδιάκοπα επιστρεπτική ενοποίηση κάθε έκφανσης του υπάρχειν (ροή συναγωγής και διασκορπισμού, σύστασης και αφανισμού, παρουσίας και απουσίας).

Στον χρόνο ως ανακύκληση θα επιμείνει και ο Πλάτων, αλλά για να φωτίσει τη διαφορά των αισθητών από τις μήτρες καταγωγής τους: τις «ιδέες». Η πραγματικότητα των αισθητών είναι χρονική, των ιδεών αιώνια («αιών» ο «αιεί ών», αυτός που δεν έχει αρχή και τέλος, δεν γίνεται ούτε περατούται). Οπως κάθε αισθητό καθορίζεται στην ύπαρξή του από την «ιδέα» του, έτσι και ο χρόνος μπορεί να οριστεί ως προς τη σχέση του με τον αιώνα: Ο κύκλος είναι εικόνα της πληρωματικής ολότητας και ο κυκλικός χρόνος «κυκλούμενη» εικόνα του αιώνα.

Υφάδι της ύπαρξής μας ο χρόνος, αλλά και στημόνι της γνώσης μας, μαζί με τον χώρο. Χρόνος, χώρος, αιτία και σκοπός είναι οι συντεταγμένες που ορίζουν την ανθρώπινη εμπειρία, συνιστούν τα όριά της: Δεν μπορούμε να γνωρίσουμε εμπειρικά το άχρονο και αδιάστατο, το αναίτιο και άσκοπο. Το συλλαμβάνουμε νοητικά «κατ' αντιδιαστολήν», μπορεί και να το σημάνουμε με τη γλώσσα - λογική των μαθηματικών, δεν το πιστοποιεί όμως η εμπειρία.

Ο Αριστοτέλης, ο απροσμέτρητος, επιχείρησε να διευρύνει την εμπειρία μας αναλύοντας την αποκλειστικά ανθρώπινη ικανότητα του «χρονίζειν»: Ο χρόνος είναι αριθμούμενος. Οχι ως αντικείμενο μέγεθος που υπόκειται σε μέτρηση, αλλά ως αριθμός ακατάπαυστα συντελούμενος με την πρόοδο της διαδοχής προτέρου και υστέρου. Η διαδοχή γίνεται κατανοητή ως «φορά» (μεταφορά, μετατόπιση) μιας μονάδας, της οποίας το πέρασμα - μετάβαση από το πρότερο στο ύστερο μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τη διαδοχή - ροή του χρόνου (το ότι ο χρόνος «περνάει»). Η νοητή αυτή μονάδα είναι το «νυν». Ο χρόνος επομένως είναι αριθμούμενη «φορά» χάρη στο νυν που αντιστοιχεί στη φερόμενη μονάδα ή στη μονάδα της προόδου του αριθμού. Αλλά αυτά όλα μόνο για την κατανόηση, όχι για την εμπειρία.

Η εμπειρική αντίληψη εκδέχεται τον χρόνο σαν διαδοχή ή ροή στιγμών (δηλαδή μονάδων χρόνου) που η καθεμιά τους για να είναι «μονάδα» είναι και αδιαίρετη – την ονομάζουμε «νυν»: άποσο χρόνο του τώρα. Αλλά αυτός ο άποσος χρόνος δεν μπορεί να αποτελεί μονάδα, μέρος και μέτρο του σύνολου χρόνου, γιατί οι μονάδες, που συγκροτούν ένα ενιαίο σύνολο, πληθύνονται ποσοτικά χωρίς να διαφοροποιούνται, ενώ τα «νυν» αποκλείεται να πληθυνθούν χωρίς να πάψουν να είναι «νυν»: μεταβάλλονται σε ανύπαρκτο παρελθόν ή σε ανύπαρκτο μέλλον. Επομένως το «νυν» είναι μόνο νοητό όριο, οριακή τομή ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον – ένα χρονικά αδιάστατο «τώρα» που παραμένει εμπειρικά απρόσιτο στον άνθρωπο.

Ο επόμενος γίγας, Μάξιμος ο Ομολογητής, κομίζει αντίρρηση: το χρονικά αδιάστατο παρόν, η ελευθερία από την αναγκαιότητα της διαδοχής προτέρου και υστέρου, είναι εφικτά στον άνθρωπο. Γιατί ο χρόνος δεν μετράει μιαν ανερμήνευτα δεδομένη (τυχαία ή νομοτελειακή) «ροή» (κίνηση - μεταβολή), μετράει μια «σχέση» που έχει «νόημα», δηλαδή αιτία και σκοπό. Ο κόσμος είναι το γίγνεσθαι μιας ελευθερίας, όχι η τυφλή διαδικασία μιας άλογης αναγκαιότητας ή τυχαιότητας. Ο Λόγος, ο Αίτιος του υπαρκτού καλεί τα όντα εκ του μη όντος (την άσχετη ύπαρξη) στο είναι: στην περιπέτεια της σχέσης, στην ελευθερία. Ο χρόνος μετράει τη δυναμική της ανταπόκρισης σε αυτή την κλήση ή την άρνησή της. Η άρνηση «χρονούται» ως αποτυχία σχέσης, δηλαδή ως υπαρκτική αυτονομία, ιδιοτέλεια του κτιστού, φθορά και θάνατος. Η κατάφαση ελευθερώνει τη σχέση από τη νομοτελειακή χρονικότητα, όπως κάθε αμοιβαίος έρωτας: καθιστά χρονικά αδιάστατο το παρόν της σχέσης, πληρότητα υπαρκτική.

Μόνο ο άνθρωπος έχει την ικανότητα του χρονίζειν, τη λογική ικανότητα: Να καθιστά τον υλικό κόσμο λόγο υπαρκτικά αυτόνομο, ενεργούμενη άρνηση της Αιτιώδους Αρχής του, χρονικότητα φθοράς και θανάτου. ΄Η να τον μεταβάλλει σε «λογικό τόπο» ερωτικού γεγονότος, ευχαριστιακής αναφοράς των αισθητών στο «νόημά» τους, οδηγώντας χρόνο και κίνηση σε πληρότητα γιγνόμενου παρόντος – σε «αεικίνητον στάσιν και στάσιμον ταυτοκινησίαν περί το ταυτόν και εν και μόνον».

Η κατάθεση προτάσεων νοηματοδότησης του χρόνου, και της ύπαρξης στον χρόνο, ήταν πάντοτε το υπούργημα ή η ειδοποιός διαφορά που έδινε ταυτότητα στους Ελληνες. Στα τετρακόσια χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό η συνείδηση του υπουργήματος διαφυλάχτηκε, αλλά η πανανθρώπινη δυναμική του «απέσβετο». Και στη συνέχεια, η κατάρα του εθνικισμού, εκατόν ογδόντα εννέα χρόνια τώρα, εξάλειψε τη συνείδηση του οικουμενικού υπουργήματος, μετάλλαξε τον Ελληνισμό σε βαλκανική επαρχία. Σήμερα η αναίδεια του πρωτογονισμού, η υστερία της ιδιοτέλειας, η καφρική αγραμματοσύνη δεν αφήνουν πια περιθώριο να διασωθεί «το άριστον εκείνο», η ελληνικότητα, που «ιδιότητα δεν έχ' η ανθρωπότης τιμιοτέραν». Οι ταγοί της χώρας ανελλήνιστοι ώς το μεδούλι, καταστρέφουν μεθοδικά την ιστορική συνείδηση, την πολιτιστική ευαισθησία, τη γλώσσα, την αξιοπρέπεια των ακόμα Ελληνόφωνων.

Σε ποιους να κομίσει «νόημα» του χρόνου σήμερα η γλώσσα του Ηράκλειτου, του Αριστοτέλη, του Μαξίμου;

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_03/01/2010_385503


Ο Σωκράτης και η αμερικανική Δημοκρατία

Ο Σωκράτης και η αμερικανική Δημοκρατία

The Economist

Εάν ζούσε σήμερα ο πιο φημισμένος φιλόσοφος όλων των εποχών, θα εντόπιζε πολλές ομοιότητες ανάμεσα στη σύγχρονη Αμερική και την αθηναϊκή κοινωνία του 5ου π. Χ. αιώνα. Ο Σωκράτης θα έβλεπε μια περήφανη και ζωντανή δημοκρατία, την οποία θα απεχθανόταν λόγω των φιλήδονων και άξεστων κατοίκων της. Στην προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας, θα ανέκρινε τους πολιτικούς και τις ομιλούσες κεφαλές της τηλεόρασης, εκθέτοντας τη σύγχυση και την άγνοιά τους. Θα προκαλούσε την Αμερική, όπως προκάλεσε και την Αθήνα. Ισως μάλιστα στην Ουάσιγκτον να του επιφύλασσαν την ίδια μοίρα για δεύτερη φορά.

Από τη μακρινή αρχαιότητα, η σκιά του Σωκράτη πέφτει βαριά στην αμερικανική, αλλά και σε κάθε άλλη δημοκρατία. Πώς μπόρεσε μια κοινωνία που περηφανευόταν για την ανεκτικότητά της, να εκτελέσει το πιο λαμπρό μυαλό της, σε ηλικία 70 ετών; Μήπως επειδή ο Σωκράτης έφερε στην επιφάνεια κάποιο σοβαρότατο ελάττωμα του δημοκρατικού πολιτεύματος; Ή μήπως η Αθήνα αναγκάστηκε να αντιδράσει με αυτόν τον τρόπο, προκειμένου να αποκρούσει τη θανάσιμη απειλή που αποτελούσε ο Σωκράτης -και κάθε όμοιός του- για το δημοκρατικό πολίτευμα;

Συνήθως θεωρούμε δεδομένο ότι η επιρροή του μεγάλου Αθηναίου περιορίζεται στον ακαδημαϊκό κόσμο, αφού κάθε επιστημονική αναζήτηση πριν από αυτόν ονομάζεται «προ-Σωκρατική», ενώ ολόκληρη η δυτική φιλοσοφία μετά από αυτόν, δεν είναι παρά «υποσημειώσεις» στους 35 Πλατωνικούς διαλόγους στους οποίους ο ίδιος πρωταγωνιστεί, όπως έγραψε και ο Αλφρεντ Γουάιτχεντ. Εντούτοις, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η επίδραση του Σωκράτη εκτείνεται πολύ πέρα από τις ιδέες του. Η μεγάλη του συνεισφορά έγκειται στο παράδειγμά του. Αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση της σοφίας, ενώ η σύζυγος και τα παιδιά του σχεδόν λιμοκτονούσαν. Στο τέλος, θυσιάστηκε για τα πιστεύω του, παρά το γεγονός ότι είχε την ευκαιρία να αποδράσει από τη φυλακή, αντί να πιει το κώνειο.

Τι ήταν τελικά αυτό που αποκάλυψε και κατέστησε αναγκαίο τον μαρτυρικό του θάνατο; Αραγε θα επαναλάμβαναν οι σύγχρονες δημοκρατίες την αμαρτία των Αθηναίων;

Αν βρισκόταν τους προηγούμενους μήνες στις ΗΠΑ, ο Σωκράτης θα επιβεβαίωνε τις εδραιωμένες του πεποιθήσεις για την ανοησία του δημοκρατικού διαλόγου. Οι υστερικές φωνές που διαπληκτίζονται στα παράθυρα της τηλεόρασης και τις πολιτικές συγκεντρώσεις δεν αναζητούν την αλήθεια, αλλά απλώς να υπερισχύσουν έναντι του αντιπάλου τους. Ο Σωκράτης μάλιστα χαρακτήριζε τις συζητήσεις αυτού του τύπου «εριστικές», εννοώντας ότι αποσκοπούν μόνο στην πρόκληση φασαρίας. Το 1968, ο ιστορικός Στρινγφέλοου Μπαρ είχε γράψει μια ιδιαίτερα «σωκρατική» κριτική του σύγχρονου τηλεοπτικού διαλόγου: «υπάρχει ένα πάθος στον τηλεοπτικό διάλογο: η γρήγορη εναλλαγή μονολόγων, που χάνουν το θέμα, η επανάληψη της φράσης «εγώ νομίζω», λες και έχει σημασία ποιος διατυπώνει μια άποψη και όχι η ίδια η άποψη και η εντυπωσιακή ματαιοδοξία των ομιλούντων που αρνούνται να ακούσουν τι λένε οι συνομιλητές τους...». Αντιθέτως, στον σωκρατικό διάλογο δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, καθώς όλοι πλησιάζουν μέσω αυτού στην αλήθεια. Πρόκειται για μια κοινή αναζήτηση. Δυστυχώς, όμως, η σωκρατική διαλεκτική είναι η πιο δύσκολη μορφή διαλόγου, αλλά και η πιο μακρινή από τις συνήθειες της σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας.

Ενα άλλο μεγάλο πρόβλημα του Σωκράτη ήταν ότι έτρεφε σεβασμό για τον θανάσιμο εχθρό της Αθήνας, τη Σπάρτη, μια κοινωνία όπου ο καθένας είχε προκαθορισμένη θέση, όπως ακριβώς και στην ιδανική «Πολιτεία». Κάτι αντίστοιχο σήμερα θα ήταν ένας γνωστός Αμερικανός διανοούμενος να εκφραστεί θετικά για τη Σοβιετική Ενωση ή τους Ισλαμιστές τρομοκράτες. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι και η Αθήνα είχε τη δική της 11η Σεπτεμβρίου και μάλιστα εις διπλούν. Το 411 π. Χ. μία ομάδα ευγενών, ορισμένοι εκ των οποίων ήταν μαθητές του Σωκράτη, κατέλυσαν την αθηναϊκή Δημοκρατία. Κάτι ανάλογο συνέβη και το 404, με αρχηγό τον Κριτία, συγγενή του Πλάτωνα, ο οποίος υπήρξε για την αθηναϊκή Δημοκρατία ό, τι ο Αϊμάν Αλ Ζαουάχρι για την αμερικανική. Δύο χρόνια αργότερα, ο Σωκράτης δικάστηκε και καταδικάστηκε, αν και δεν είχε συμμετοχή στα πραξικοπήματα.

Η δόξα του Σωκράτη οφείλεται κυρίως στην εντιμότητά του, τον γενναίο αντικομφορμισμό του, την αποφασιστικότητά του να σκέφτεται ως ελεύθερος πολίτης και όχι ως μέρος του «όχλου». Οι αξίες αυτές αναδείχθηκαν στη πολιτιστική κληρονομιά της Δύσης, την οποία ο Σωκράτης συνδιαμόρφωσε. Ο αντικομφορμισμός όμως πολλές φορές διολισθαίνει στην ανυπακοή και σε άλλες πράξεις που δεν συνάδουν με τον πατριωτισμό. Ορισμένες φορές η ευδαιμονία και η επιβίωση του συνόλου απαιτεί συνοχή, κάτι που ο Σωκράτης ποτέ δεν δέχθηκε, γιατί ουδέποτε εμφανίστηκε διατεθειμένος να συμβιβάσει τις αξίες του. Κι όμως, η αντίδραση της Αθήνας ήταν υπερβολική και προδοτική για τα ίδια τα ιδανικά που η πόλη προσπαθούσε να υπερασπίσει. Κάτι ανάλογο στον σύγχρονο κόσμο είναι τα βασανιστήρια υπόπτων για τρομοκρατικές δραστηριότητες. Οι δημοκρατίες ενίοτε προδίδονται. Ανθρωποι, όπως ο Σωκράτης δοκιμάζουν τα όριά τους και, όταν αυτές αποτυγχάνουν στη δοκιμασία, η κληρονομιά του Σωκράτη τους υπενθυμίζει για πάντα τον δρόμο της αρετής.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_03/01/2010_385512


Η εκτροπή του Αχελώου

Η εκτροπή του Αχελώου

Κύριε διευθυντά

Η εκτροπή μέρους των υδάτων του Αχελώου (600 εκατ. m3/έτος) προς Θεσσαλία, εκτός από τα δύο υπό κατασκευή έργα (φράγμα Συκιάς στον Αχελώο με τον ομώνυμο υδροηλεκτρικό σταθμό, ΥΗΣ, και τη σήραγγα εκτροπής με τον ΥΗΣ Πευκοφύτου), σύμφωνα με τη μελέτη περιλαμβάνει τρία ακόμη σημαντικά έργα, το φράγμα Μουζακίου με τον ομώνυμο ΥΗΣ, το φράγμα Πύλης με τη συνδετήρια σήραγγα Πύλη-Μουζάκι και τον ΥΗΣ Μαυρομάτι με τη δεξαμενή αναρρύθμισης.

Οι ταμιευτήρες στο Μουζάκι και στην Πύλη θα συλλέγουν περί τα 390 εκατ.m3 νερού από δύο λεκάνες απορροής της Θεσσαλίας τα οποία θα αξιοποιούνται μαζί με τα νερά της εκτροπής στους δύο ΥΗΣ Μουζάκι και Μαυρομάτι, για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και εν συνεχεία με ελεύθερη ροή στις αρδεύσεις.

Εάν τα έργα εκτροπής περιορισθούν τελικά στα υπό κατασκευή έργα, φράγμα Συκιάς και σήραγγα εκτροπής, απορρίπτοντας τα νερά του Αχελώου κατάντι του Πευκόφυτου στον Παμισό, παραπόταμο του Πηνειού, χωρίς περαιτέρω ενεργειακή αξιοποίηση, τότε θα πρόκειται για σπατάλη υδατικών και ενεργειακών πόρων. Τα υδροηλεκτρικά έργα στον Αχελώο (Κρεμαστά, Καστράκι, Στράτος) θα στερηθούν τα νερά της εκτροπής και θα μειωθεί η παραγωγή τους. Παράλληλα χάνονται ανεκμετάλλευτα 390 εκατ.m3 νερού (αντιστοιχούν στα 2/3 των υδάτων εκτροπής) από τις δύο λεκάνες της Θεσσαλίας για υδροηλεκτρική εκμετάλλευση και αρδεύσεις, που θα έπρεπε να είχαν προηγηθεί.

Ισως κρίνεται αναγκαία η αναθεώρηση της εκτροπής στις παρούσες συνθήκες αναζητώντας βέλτιστες λύσεις. Λαμβάνοντας υπόψη τα έργα και τις δαπάνες που έχουν γίνει θα ήταν πολύ ωφέλιμο να εξετασθεί η δυνατότητα μετατροπής των έργων εκτροπής σε αναστρέψιμους ΥΗΣ (για αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας), του ΥΗΣ Πευκόφυτου με μειονέκτημα τη μακρά σήραγγα και του ΥΗΣ Συκιάς με τη δημιουργία ενός ταμιευτήρα κατάντι του σταθμού, αποτελώντας μια ακόμη βαθμίδα στην αξιοποίηση του υδροδυναμικού του Αχελώου. Τα έργα Μουζάκι-Πύλη και Μαυρομάτι με δυνατότητα συλλογής 390 εκατ.m3 νερού θα χρειαστεί να επανασχεδιαστούν σαν έργα πολλαπλού σκοπού (για άρδευση και υδροηλεκτρική παραγωγή/αποθήκευση) στη νέα κλίμακα. Η λειτουργία των αναστρέψιμων ΥΗΣ μπορεί να συνδυασθεί με την ανάπτυξη μεγάλων αιολικών πάρκων στην περιοχή.

Ενα τέτοιο σύνθετο έργο μπορεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον των επενδυτών για την ολοκλήρωση και λειτουργία του μαζί με τα αιολικά, με μεγάλη ωφελιμότητα στο ηλεκτρικό σύστημα. Ο στόχος της κυβέρνησης για διείσδυση 20% των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας το 2020, που σημαίνει διείσδυση πάνω από 35% στον ηλεκτρικό τομέα, είναι πολύ φιλόδοξος και τεχνικά δύσκολος. Η συνεργασία αιολικών πάρκων με υδροηλεκτρικά που διαθέτουν ταμιευτήρες νερού όπως και με αναστρέψιμα υδροηλεκτρικά έργα, μπορεί να συμβάλλει στη μεγάλη διείσδυση της αιολικής ενέργειας αλλά και των άλλων ΑΠΕ με κατάλληλη μείξη για βέλτιστα τεχνικά και οικονομικά αποτελέσματα, στην προσπάθεια επίτευξης του στόχου. Μένει να διερευνηθεί το ύψος της επιβάρυνσης του ηλεκτρικού τομέα ένεκα του φιλόδοξου στόχου, λαμβάνοντας όμως υπόψη και συγκρίνοντας την αναμενόμενη ούτως ή άλλως επιβάρυνση από τις εκπομπές CO2 μετά τo 2013. Αλλωστε, οι ΑΠΕ θα είναι κυρίαρχο θέμα τις επόμενες δεκαετίες και θα πρέπει τώρα να θέσουμε τις βάσεις για την ανάπτυξή τους.

Ιωαννης Χατζηβασιλειαδης - Μηχ. - Ηλεκ. ΕΜΠ / Γλυφάδα9.blogspot.com]