Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Μειώνουν τα κονδύλια στα πανεπιστήμια κατά 50%!

 Της Στεφανάκου Π. Απο την Αυγή

Στο μισό κόβει τα κονδύλια για τα πανεπιστήμια η κυβέρνηση προκαλώντας οικονομική ασφυξία στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας. Στα μουλωχτά, μέσα από άτυπα έγγραφα του ειδικού γραμματέα Ανώτατης Εκπαίδευσης προς μέλη της Συνόδου των Πρυτάνεων, ανακοινώθηκε πρόσθετη μείωση των κονδυλίων κατά 17%-19%. Αν συνυπολογιστούν οι περικοπές που έγιναν πέρυσι και με την αύξηση του ΦΠΑ φτάνουν το 33%, τα Πανεπιστήμια σε σχέση με το 2009 θα λάβουν επιχορήγηση μειωμένη κατά 50%! Είναι αδιανόητες αυτές οι μειώσεις. Στην ουσία μάς κλείνουν χωρίς να το λένε, τονίζουν οι πρυτάνεις που συζήτησαν τρόπους αντίδρασης στις περικοπές σε άτυπη συνάντησή τους την προηγούμενη Πέμπτη.


Οι συγχωνεύσεις τμημάτων και σχολών γίνονται μονόδρομος για τα περιφερειακά, ενώ τα ιστορικά ιδρύματα εξαναγκάζονται να βάλουν χέρι στα αποθεματικά τους για να καλύψουν λειτουργικές ανάγκες
Η επιλογή της κυβέρνησης είναι να αναγκάσει τα πανεπιστήμια να κλείσουν από μόνα τους σχολές και τμήματα, αφού είναι αδύνατον να τα λειτουργήσουν. Ο ξεσηκωμός που προκάλεσαν και προκαλούν οι συγχωνεύσεις - καταργήσεις σχολείων ήταν ιδιαίτερα διδακτικός για τα κυβερνητικά επιτελεία. Γιατί να προκαλέσουν αναταραχή στις τοπικές κοινωνίες αναλαμβάνοντας την ευθύνη του λουκέτου ιδρυμάτων ή τμημάτων, όταν η ακραία έλλειψη πόρων στην οποία καταδικάζονται τα πανεπιστήμια θα επιβάλει τις συγχωνεύσεις ως μονόδρομο; Ειδικά τα περιφερειακά πανεπιστήμια πολύ γρήγορα θα εξαναγκαστούν να κλείσουν τμήματα και σχολές καθώς καταργείται κάθε ενίσχυσή τους. Ήδη ξενοικιάζουμε κτήρια στοιβάζοντας φοιτητές και εργαστήρια. Αν η κυβέρνηση δεν ανακαλέσει τις αποφάσεις για τις περικοπές, το κλείσιμο και η συγχώνευση θα είναι η μόνη μας επιλογή λένε εκπρόσωποι περιφερειακών ιδρυμάτων με μεγάλη προσφορά στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.

Η επιλογή του υπουργείου Παιδείας να κάνουν τα ίδια τα πανεπιστήμια τη βρώμικη δουλειά, χωρίς να εκτεθεί η κυβέρνηση στις τοπικές δεξαμενές ψήφων, φαίνεται από το γεγονός ότι τέσσερα ιδρύματα που η συγκρότησή τους οφείλεται στο προσωπικό ενδιαφέρον των κυβερνώντων εξαιρούνται από τις περικοπές. Πρόκειται για τα πανεπιστήμια Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας, Διεθνές Πανεπιστήμιο και Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (τα δύο τελευταία λειτουργούν μάλιστα με δίδακτρα).

Η χρηματοδότηση στα πανεπιστήμια αυτά δεν υπάκουσε σε κανένα από τα κριτήρια βάσει των οποίων κατανέμονται τα κονδύλια στα υπόλοιπα ιδρύματα. Άλλωστε η ίδια η υπουργός Παιδείας, Α. Διαμαντοπούλου, κατά τις τοποθετήσεις της στις Συνόδους των πρυτάνεων, δήλωνε ξεκάθαρα ότι οι συγχωνεύσεις και οι καταργήσεις δεν είναι στην πρώτη γραμμή των αλλαγών.

Για τα κεντρικά ιστορικά ιδρύματα οι συγχωνεύσεις και τα λουκέτα θα έρθουν σε δεύτερη φάση. Όταν, δηλαδή, η οικονομική δυσπραγία τα οδηγήσει να διαθέσουν τα αποθεματικά τους για να καλύψουν λειτουργικές ανάγκες. Σύμφωνα με την απόφαση του υπουργείου Παιδείας, η ύπαρξη αποθεματικών επιφέρει μείωση της κρατικής χρηματοδότησης. ΄Οσο μεγαλύτερο το αποθεματικό τόσο μειώνονται τα κρατικά κονδύλια. Αυτό σημαίνει ότι τα ιδρύματα θα εξαναγκαστούν να βάλουν χέρι στα αποθεματικά τους και την περιουσία τους για ανάγκες που δεν έχουν σχέση με την ανάπτυξή τους και τη στήριξη των φοιτητών τους.

Απαντώντας σε ερώτηση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ Η. Διώτη και Τ. Κουράκη για το ενδεχόμενο συγχώνευσης του Πανεπιστημίου και του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, ο Γ. Πανάρετος περιορίστηκε να δηλώσει ότι "καμία απόφαση δεν έχει ληφθεί" και κατά τα συνήθη υποστήριξε ότι "η αναβάθμιση των ιδρυμάτων και η χωροταξική αναδιάρθρωσή τους θα είναι αποτέλεσμα του διαλόγου σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο".

Στο μεταξύ, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Τ. Κουράκης φέρνει με ερώτησή του στη Βουλή μία νέα πρόκληση σε βάρος της έρευνας και των δημόσιων ερευνητικών κέντρων. Όπως αποκαλύπτει, την ώρα που τα ερευνητικά κέντρα οδηγούνται σε κλείσιμο λόγω των τρομακτικών περικοπών στους προϋπολογισμούς τους, το υπουργείο Παιδείας αναθέτει σε ξένη ιδιωτική εταιρεία την αξιολόγηση του ελληνικού συστήματος έρευνας. Πρόκειται για την εταιρεία Rand Europe Cambridge Limited με έδρα τη Βρετανία, η οποία ανέλαβε την «Αξιολόγηση του ελληνικού συστήματος έρευνας ενόψει του νέου θεσμικού πλαισίου για την έρευνα και την τεχνολογία στην Ελλάδα» έναντι του ποσού των 90.000 ευρώ. Να σημειωθεί ότι τα ερευνητικά κέντρα της χώρας έχουν αξιολογηθεί επανειλημμένα (το 1995 από ελληνικές επιτροπές και το 2000 και 2005 από διεθνείς επιτροπές), αλλά τα πορίσματα αυτών των αξιολογήσεων ποτέ δεν αξιοποιήθηκαν και δεν ελήφθησαν υπόψη στη διαμόρφωση της ερευνητικής πολιτικής.
Το ΄21, η Εκκλησία και η Ελλάδα της τρόικας


 


Επειδή κάποια στιγμή οι μύθοι πρέπει να αντικαθίστανται από τα πραγματικά γεγονότα και την Ιστορία ας κάνουμε μια μικρή "ξενάγηση" στα χρόνια αυτά από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα για να δούμε το ρόλο της εκκλησίας σ΄ αυτά.. Η πραγματική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 1821 απέχει αρκετά από την επίσημη εκδοχή της, έτσι τουλάχιστον όπως διαμορφώθηκε με την πλήρη επικράτηση τής ελληνικής αστικής τάξης, την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και τη διευθέτηση του ζητήματος του “ξένου προστάτη” για το νεότευκτο κράτος… Όμως σήμερα ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει μία άλλου είδους «κατοχή» με τον εχθρό να βρίσκεται πρώτα και κύρια μέσα στην ίδια του τη χώρα! Είναι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η Τρόικα που έχουν υποθηκεύσει τις ζωές μας και την ίδια τη χώρα. Σήμερα, στις συνθήκες ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα, στις συνθήκες πολυδιάσπασης του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού χώρου, το σύνθημα ΝΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ οφείλει να γίνει ιαχή ταξικού πολέμου, κάλεσμα αγωνιστικής ενότητας των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού. Σύνθημα μάχης.

Από τη μια υπάρχουν τα σχολικά βιβλία και οι τόμοι των επίσημων εκφραστών της αστικής αντίληψης για το ζήτημα, που παρουσιάζουν (πλήρως διαστρεβλωμένο) τον εθνικό χαρακτήρα του “εικοσιένα” αποσιωπώντας ή υποτιμώντας το κοινωνικό και ταξικό του περιεχόμενο. Ακόμα και για πασίγνωστα γεγονότα, όπως η εμφύλια σύγκρουση σχεδόν αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης, η επίσημη εκδοχή καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια να περιορίσει τη σημασία τους και να τα παρουσιάσει ως μια θλιβερή παρένθεση στη “μεγαλειώδη” πορεία της “εθνικής
παλιγγενεσίας”.

Από την άλλη, υπάρχει μια πλούσια ιστοριογραφία απομνημονευμάτων λαϊκών αγωνιστών (Κολοκοτρώνη, Περραιβού κ.ά.), τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, η “Ελληνική Νομαρχία”, μελέτες του Κορδάτου και του Βαλέτα, τα καυστικά κείμενα του Γιάννη Σκαρίμπα, αλλά και ξένων ιστορικών, όπως του Φίνλεϊ, που προσεγγίζουν την πραγματική διάσταση του ζητήματος και προβάλλουν, πέρα από τον εθνικοαπελευθερωτικό (που έτσι κι αλλιώς υπήρχε) και τον ταξικό-κοινωνικό χαρακτήρα της επανάστασης. Στα κείμενα αυτά μπορούμε να δούμε τον αντιδραστικό ρόλο της Εκκλησίας και των κοτζαμπάσηδων, την υπονόμευση του αγώνα από μερίδα της ελληνικής αστικής τάξης που έφτασε μέχρι και την ανοιχτή προδοσία, αλλά και τον ηρωικό αγώνα απλών λαϊκών αγωνιστών που κατάφεραν εμπνευσμένοι από την πρόσφατη γαλλική επανάσταση, σε πολλές περιπτώσεις, να κυριαρχήσουν (σε τοπικό επίπεδο) και να θέσουν (έστω και πρόωρα) ζήτημα λαϊκής εξουσίας.

Για να πάρουμε μια μικρή "γεύση" του πόσο "προοδευτικός" ήταν ο ρόλος της εκκλησίας όλα αυτά τα χρόνια ας θυμήσουμε στην ηγεσία της εκκλησίας ότι ακόμα και ο Σπύρος Τρικούπης το 1875 στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως έγραψε τα εξείς: "Ψευδής είναι η Εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της Επαναστάσεως". Κι επειδή κάποια στιγμή οι μύθοι πρέπει να αντικαθίστανται από τα πραγματικά γεγονότα και την Ιστορία ας κάνουμε μια μικρή "ξενάγηση" στα χρόνια αυτά από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα
για να δούμε το ρόλο της εκκλησίας σ΄ αυτά…

Ο απόηχος της Γαλλικής Επανάστασης το 1789 με τα μυνήματα περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ρουσώ, Βολταίρος), Ορθολογισμού (Καρτέσιος) και Αθεϊας (Εγκυκλοπαιδιστές), αγγίζει το πρόβλημα της κατεχόμενης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Ελλάδας, και διαμορφώνει νέα κοινωνικοπολιτικά κριτήρια στον υπάρχοντα, εντός και εκτός συνόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Ελληνισμό. Μέσα στα επόμενα τριάντα χρόνια μεθοδεύεται η ιδέα της Απελευθέρωσης και της Επανάστασης.

Το σκιερό, όμως, ιερατικό μέγαρο απέτρεπε την εισροή του ανατέλλοντος δυτικού Διαφωτισμού και μεθόδευε την ασιατική αγραμματοσύνη, διακινώντας τη στατική και νοσηρή θεώρηση ότι πέραν της τυφλής υποταγής, καμία άλλη αρετή δεν είναι απαραίτητη για έναν καλό χριστιανό. Νοοτροπία και καθεστώς που εξυπηρετούσε απόλυτα τους Οθωμανούς, που δε θέλανε ανταρσίες στην αυτοκρατορία τους, ενώ παράλληλα κι η εκκλησία απολάμβανε στο ακέραιο όλα τα συμφωνημένα προνόμια.

Έτσι, λοιπόν, όταν ξεκίνησε η Επανάσταση του 1821 η εκκλησία μέσω του Πατριαρχείου ΤΗΝ ΑΦΟΡIΣΕ όπως αφόρισε και τους επαναστάτες, το Ρήγα Φεραίο, αλλά και τον Υψηλάντη. Νάτη λοιπόν η επαίσχυντη απόφαση Αφορισμού: "... Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισείτε και να τους αποστρέφεστε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία τους έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ΄ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς: ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και
υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας. Ως παραβάται δε των Θείων νόμων και κανονικών διατάξεων... ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟΙ υπάρχειεν και κατηραμένοι και αυγχώρητοι και μετά θάνατον (...)".

Ο αφορισμός, εκτός από την υπογραφή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, φέρει την υπογραφή του μητροπολίτη Ιεροσολύμων, καθώς και, μεταξύ άλλων, των μητροπολιτών Καισαρείας, Νικομήδειας, Δέρκων, Ανδριανουπόλεως, Βιζύης κλπ., κλπ. Έτσι λοιπόν να πούμε ότι όταν το Γενάρη του 1821 ο Παπαφλέσσας έφθασε στη Βοστίτσα (Αίγιο) για να ξεσηκώσει τους προκρίτους και τους αρχιερείς ενανίων των τούρκων κατακτητών, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τον αποκάλεσε "εξωλέστατον" και "απατεώνα"! Ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός στις πρώτες σελίδες των απομνημονευμάτων
του - που διάβασα ο ίδιος με τα μάτια μου - ομολογεί ότι όταν ξεκίνησε ο ξεσηκωμός δεν ήταν στην Αγία Λαύρα, ούτε ύψωσε εκεί λάβαρα, όπως του "καταλογίζουν" μεταγενέστεροι και σημερινοί θαυμαστές του. Ο Παπαφλέσσας πάντως συνέχισε μετά τη Βοστίτσα το απελευθερωτικό του έργο ως το... Μανιάκι, μολονότι κεκοσμημένος με επίθετα όπως "απατεών" και "εξωλέστατος" από τον αρχιεπίσκοπο αλάβαρον...

Πολλά έχουν γραφτεί - και περισσότερα έχουν λεχθεί από τους άμβωνες - για το ρόλο του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης και της ηγεσίας του κλήρου όχι μόνο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και κατά την ίδια την Επανάσταση του 1821. Διάφοροι είναι οι «μύθοι» που έχουν καλλιεργηθεί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, οι οποίοι και έχουν συντηρηθεί μέχρι τις μέρες μας, αλλά και - ακόμη χειρότερα - έχουν γίνει και επίσημη Ιστορία της χώρας μας με τη μεταφορά τους στα σχολικά βιβλία. «Μύθοι» που αποσκοπούν στην απόκρυψη του πραγματικού ρόλου της
ηγεσίας του κλήρου εκείνης της εποχής, αλλά - κυριότερα - στην απόκρυψη του λαϊκού παράγοντα και της ταξικής φύσης της ίδιας της Επανάστασης του 1821.

Ο Ριζοσπάστης είχε γράψει ένα πολύ καλό άρθρο για το ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821.

Ο «Ρ» έγραφε στις 25/3/2005: «… ακριβώς με αυτά τα γεγονότα και, όπως αποδεικνύει η ιστορική έρευνα, το Πατριαρχείο, όχι μόνο δεν ...«ευλόγησε» την Επανάσταση, αλλά αντιθέτως προχώρησε ακόμη και στον αφορισμό των ηγετών της. Ο ανώτερος κλήρος, όχι μόνο δεν ύψωσε το λάβαρο, αλλά αντιθέτως με επιστολές του ίδιου του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, φρόντισε να καταδικάσει ως... διαβολική πράξη την όποια προσπάθεια ξεσηκωμού του λαού και να αφορίσει τους ηγέτες της. Και στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η ηγεσία του κλήρου το μόνο που κοίταξε να υπηρετήσει ήταν
τα δικά του συμφέροντα.

Ο ανώτερος κλήρος στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας είχε τεράστια εξουσία, κοσμική και πνευματική, χάρη στις ίδιες τις διατάξεις των Σουλτάνων. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα μας πληροφορεί ο Γ. Κορδάτος στο έργο του «Η Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821»: «Κατά το καθιερωθέν νέον καθεστώς εις την εσκλαβωθείσαν Βαλκανικήν ο Πατριάρχης ήτο ο ανώτατος άρχων των ραγιάδων, ο απόλυτος ρυθμιστής των εκκλησιαστικών και θρησκευτικών ζητημάτων, με δικαιώματα μάλιστα δικαστικά εις περιπτώσεις αφορώσας το ιδιωτικόν δίκαιον. Ετσι -
συνεχίζει ο Γ. Κορδάτος - ο ανώτερος κλήρος απέκτησεν εξουσίαν μεγαλυτέραν από εκείνην που είχε πρωτύτερα εις τον καιρόν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας».

Ο Π. Πιπινέλης, πρώην πρεσβευτής και «υπουργός» Εξωτερικών της χούντας, γράφει στο έργο του «Πολιτική Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» (Παρίσι 1928) ότι «το τμήμα τούτο του κλήρου (σ.σ.: αναφέρεται στον αρχιερατικό κλήρο και το Πατριαρχείο) έζη υπό συνθήκας πολιτικά τοιαύτας, ώστε να μη δύναται να ακολουθήση την ζωήν του Εθνους» και παρακάτω εκτιμά ότι έγινε «ξένος προς το πενθούν και πάσχον έθνος», ενώ ήταν «πολιτικώς ραδιούργος και διπλωματικός εις την Κωνσταντινούπολιν διά να παρακολουθή τας απαιτήσεις της διεθνούς πολιτικής, ήτις
επαίζετο γύρω από το Πατριαρχείον»!

Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι «η άνοδος στον Πατριαρχικό θρόνο είναι ζήτημα συναλλαγής και ανηθίκων μέσων», όπως μας πληροφορεί ο Γ. Καρανικόλας στο έργο του «Ρασοφόροι - Συμμορία του Εθνους». Στο ίδιο έργο αναφέρει: «Η δράση του Πατριαρχείου και των δεσποτάδων στον 16ον και 17ον αιώνα αποτελεί στίγμα και μεγίστη εθνική συμφορά. Ετσι από το 1453 έως το 1821, σε 368 χρόνια, έχουμε 136 Πατριάρχες, δηλαδή λιγότερο από 3 χρόνια για τον καθένα...»!

Κλείνοντας τη σύντομη αναφορά μας στο ρόλο του Πατριαρχείου και του ανώτερου κλήρου τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, θα αναφέρουμε ένα ενδεικτικό απόσπασμα από το έργο του Γ. Κορδάτου «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» (τόμος 9): «Τόσο οι καλόγεροι που τότε είχαν μεγάλη δύναμη, όσο και η μεγάλη πλειοψηφία από τους Μητροπολίτες, είχαν συμφέρο να είναι τυφλά όργανα του Σουλτάνου, αφού τους άφηνε, όπως και πρώτα, να έχουν προνομιακή θέση μέσα σε κάθε πόλη και χωριό, να νέμουνται τις εκκλησιαστικές μοναστηριακές περιουσίες και να έχουν και δικαιώματα που
δεν τα είχαν πρώτα».

Ο ρόλος του Πατριαρχείου στην Επανάσταση

«Εχουν γραφεί πάρα πολλά για να μας πείσουν ότι στον Ιερό Αγώνα του Εικοσιένα οι ραγιάδες ξεσηκώθηκαν με την προτροπή και τις ευλογίες των πατριαρχών και των δεσποτάδων. Μεγαλύτερο ψέμα και ιστορική διαστρέβλωση απ΄ αυτό δεν υπάρχει και δεν μπορούσε να γίνει». Τα παραπάνω τα γράφει ο Γ. Καρανικόλας στο έργο του «Ρασοφόροι - Συμμορία του Εθνους», όπου μας πληροφορεί ότι η ηγεσία του κλήρου και το Πατριαρχείο και ο ίδιος ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, όχι μόνον δε βοήθησαν στην υπόθεση της Επανάστασης, αλλά έφτασαν στο ακριβώς αντίθετο σημείο: Να
αφορίσουν τους Επαναστάτες.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά: Αμέσως μετά τη σύλληψη και την εκτέλεση του Ρήγα Φερραίου, το Πατριαρχείο, κατόπιν εντολής του ίδιου του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, εκδίδει ένα φυλλάδιο με τίτλο «Πατρική Διδασκαλία», το οποίο αρχικά κυκλοφορεί στην Πόλη, αλλά στη συνέχεια σε όλη τη Βαλκανική και το εξωτερικό. Σαν πρόλογο του φυλλαδίου, η έκδοση έχει ποίημα που το συνέταξε ο Πρωτοψάλτης Ιακωβάκης και ήταν κάτι σαν «απάντηση» στο «Θούριο» του Ρήγα. Ανάμεσα στα άλλα αναφέρει: «Από την πρώτην του αρχήν ο κόσμος υπετάχθη / εις ένα πρώτον
αρχηγόν, και έτζι εβαστάχθη. / Το κάθε γένος έλαβε τον εξουσιαστήν του, / και υπεκλίθη εις αυτόν μ΄ άκραν υποταγήν του, / διά να φύγη τα πολλά εκ της μοναρχίας / συμβαίνοντα ολέθρια ή και πολυαρχίας» (!) και παρακάτω λέει: «Οι ναύται υποτάσσονται σ΄ ένα καραβοκύρην, / και όλοι οι οικιακοί εις ένα οικοκύρην»! Με αυτό τον τρόπο η ηγεσία του κλήρου κάνει σαφές ότι είναι αντίθετη σε κάθε ενέργεια διατάραξης της καθεστηκυΐας τάξης.

Και έτσι έγινε. Με την κήρυξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία στις αρχές Μάρτη του 1821 από τον Υψηλάντη, ο Σουλτάνος αντέδρασε έντονα και κάλεσε τους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Ρωσία) στο παλάτι. Μόλις αντιλήφθηκε ότι καμιά από τις Δυνάμεις δεν είχαν ανάμειξη στο κίνημα, «πήρε απόφαση να δώσει αμνηστία στους επαναστάτες της Μολδοβλαχίας αν δήλωναν υποταγή εξαιρώντας μόνο τον Υψηλάντη και τον Μ. Σούτσο» (Γ. Κορδάτος, στο ίδιο). Απόφαση που δέχθηκαν με ιδιαίτερη χαρά οι μεγάλοι Φαναριώτες και ο
Πατριάρχης Γρηγόριος, ο οποίος κάλεσε σε κοινή σύσκεψη για το θέμα τους Φαναριώτες δραγουμάνους της Πύλης και του στόλου, του παρεπιδημούντες Πατριάρχες και αρχιερείς, την Ιερά Σύνοδο, καθώς και τους Ελληνες μεγαλέμπορους, μεγαλοβιοτέχνες και προϊσταμένους των συντεχνιών για να πάρουν αποφάσεις. Στη σύσκεψη ήταν παρών και αντιπρόσωπος της Πύλης, ο οποίος και διάβασε το φιρμάνι του Σουλτάνου (Γ. Κορδάτος, στο ίδιο).

Οι αποφάσεις της σύσκεψης ήταν ενδεικτικές. Δήλωσαν στο Σουλτάνο ότι: α) Το γένος δεν έχει γνώση για την ύπαρξη επαναστατικής Εταιρίας, β) αποδοκιμάζουν το κίνημα του Υψηλάντη και γ) είναι πρόθυμοι να συντρέξουν και ενισχύσουν την κραταιά βασιλεία για την καταστολή τέτοιων ολέθριων κινημάτων. Επίσης πήραν την απόφαση να αφορίσουν τον Υψηλάντη και τον Μ. Σούτσο και όχι μόνο να διαβαστεί ο αφορισμός στις εκκλησίες, αλλά και να ειδοποιηθούν με χωριστή πατριαρχική εγκύκλιο οι Δεσποτάδες στις επαρχίες ότι το κίνημα του Υψηλάντη είναι ολέθριο
και αντιχριστιανικό (Γ. Κορδάτος).

Αλλά ο Γρηγόριος και οι υπόλοιποι δεσποτάδες δε σταμάτησαν εκεί. Εβγαλαν τρεις επιστολές, στις οποίες όχι μόνο καταδικάζουν τους δύο ηγέτες της Φιλικής Εταιρίας, αλλά ισχυρίστηκε ότι οι επί γης εξουσίες είναι θεόπεμπτες, σταλμένες από το θεό, κατά συνέπεια όποιος οργανώνει ανταρσία εναντίον τους διαπράττει μέγιστο αμάρτημα και είναι σα να κινείται εναντίον του θεού!

Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να πει ότι ο Πατριάρχης ήταν «στο στόμα του λύκου» και γι΄ αυτό το λόγο έβγαλαν αυτές τις εγκυκλίους. Η απάντηση σε αυτό το «επιχείρημα» έρχεται από τον Γ. Κορδάτο: «Οι πραγματικοί πατριώτες που έχουν μεγάλα ηγετικά πόστα, θυσιάζονται σε τέτοιες στιγμές».

Τότε, για ποιο λόγο στις 10 Απρίλη του 1821 (Πάσχα) απαγχονίστηκε με διαταγή του Σουλτάνου ο Γρηγόριος Ε΄; Οπως μας πληροφορεί ο Γ. Κορδάτος, η ενέργεια αυτή ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο των υπόγειων μαχών που δίνονταν μεταξύ Δεσποτάδων και Μητροπολιτών, που επωφθαλμιούσαν τον Πατριαρχικό θρόνο. Γράφει ο Γ. Κορδάτος: «Αν και ο Πατριάρχης Γρηγόριος αφόρισε τον Υψηλάντη και τους επαναστάτες και έστειλε εξάρχους στις επαρχίες με τους αφορισμούς και πανταχούσες σ΄ όλους τους Μητροπολίτες, προστάζοντας να διαβαστούν οι αφορισμοί, έπαψε να έχει την
εμπιστοσύνη της τουρκικής κυβέρνησης γιατί βρέθηκαν Δεσποτάδες να τον συκοφαντήσουν ότι ήταν αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας, άρα αρχισυνωμότης. Εκείνος που κατηγόρησε και συκοφάντησε τον Γρηγόριο ήταν ο Μητροπολίτης Πισίδας Ευγένιος».

Ο τελευταίος αγορεύτηκε ως νέος Πατριάρχης καθ΄ υπόδειξη του Σουλτάνου...

Ποιος ύψωσε το λάβαρο;

Ένας από τους μεγαλύτερους «μύθους», που έχει μείνει «ανεξίτηλος» στο πέρασμα των χρόνων είναι ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός «ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης». Ωστόσο, όλοι οι ιστορικοί μελετητές και αναλυτές - ακόμη και οι αστοί - συνηγορούν πως κάτι τέτοιο είναι απόλυτα ανακριβές. Και όλοι καταμαρτυρούν πως ο Π. Π. Γερμανός όχι μόνο δεν κήρυξε την Επανάσταση, αλλά, αντιθέτως, «σύρθηκε σε αυτή», κάτω από την πίεση του ίδιου του λαού, αλλά και των ίδιων των γεγονότων.

Οι ηγέτες της Φιλικής Εταιρίας έστειλαν στο Μοριά, για να κάνει τον εκεί λαό κοινωνό της Επανάστασης, τον Παπαφλέσσα, ένα από τα πλέον ενεργητικά μέλη της ίδιας της Εταιρίας και ιερωμένο. Η επιλογή του, όπως μας πληροφορεί ο Γ. Κορδάτος στην «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» (τόμος 10), έγινε για δύο λόγους: «Πρώτα ήταν κληρικός και το ράσο έκρυβε εκείνον τον καιρό πολλά, άνοιγε τις πόρτες των φτωχών και πλουσίων και δεν έδινε υποψίες στους Τούρκους. Δεύτερο ο Παπαφλέσσας είχε πολλά προσόντα. Είχε καλή μόρφωση, δεν ήταν Ιησουίτης, η γλώσσα του έκοβε
και ήταν ατρόμητος».

Από την άλλη, ο Δεσπότης Π. Π. Γερμανός δεν ήταν καν έμπιστος της Εταιρίας, αν και μέλος της, αφού σύμφωνα πάλι με τον Κορδάτο (στο ίδιο) «ο Γερμανός μυήθηκε από τον απόστολο της Φιλικής Εταιρίας Αν. Πελοπίδα. Αν και ο Πελοπίδας είχε αυστηρή διαταγή να μην πλησιάσει τον Γερμανό γιατί θεωρούντανε ύποπτος, αυτός παράκουσε, πήγε και τον αντάμωσε και λέγοντάς του πολλά ψέματα, πως τάχα ήταν ο τσάρος, ο Καποδίστριας και άλλοι πίσω από την Εταιρία, τον κατάφερε να γίνει μέλος. Ο Πελοπίδας παράκουσε γιατί ο Γερμανός είχε μεγάλο κύρος όχι μόνο στην Αχαΐα,
αλλά και σ΄ όλη την Πελοπόννησο».

Το Γενάρη του ΄21 ο Παπαφλέσσας φτάνει στην Πελοπόννησο. «Οι τρανοί προεστοί και ο Δεσπότης Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ήταν από καιρό μυημένος στην Εταιρία, άμα έμαθαν τον ερχομό του Παπαφλέσσα δεν ήξεραν τι να κάνουν. Επεσαν λοιπόν του πεθαμού» (Γ. Κορδάτος, στο ίδιο). Λίγες μέρες αργότερα στη Βοστίτζα (Αίγιο) έγινε μια συνάντηση μεταξύ των προυχόντων, του Π. Π. Γερμανού και του Παπαφλέσσα, όπου για μια ακόμη φορά φαίνεται ο αντιδραστικός ρόλος του Δεσπότη. Εκεί ο Φλέσσας τους ενημερώνει πως όλα είναι έτοιμα για να αρχίσει η Επανάσταση.
Προύχοντες και Γερμανός αντιδρούν. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής («Απομνημονεύματα Φωτάκου», «Απομνημονεύματα Γερμανού», Φραντζή «Επίτομ. Ιστορία Αναγεν. Ελλάδος» κλπ.), εκτυλίχτηκε διάλογος στον οποίο ο Γερμανός αποκαλεί τον Παπαφλέσσα απατεώνα, εξωλέστατο και μιαρό.

Και ο Γ. Καρανικόλας στο έργο «Ρασοφόροι», αφού παίρνει υπόψη τα παραπάνω ιστορικά γεγονότα, καταλήγει: «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν κήρυξε την Επανάσταση. Σύρθηκε στην Επανάσταση, γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, φοβούμενος μη χάσει το κεφάλι του».

Αντίστοιχη είναι και η θέση που διατυπώνει ο Β. Κρεμμυδάς, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής των «Αρχείων Πρωθυπουργού», ο οποίος με άρθρο στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (22.3.2005) σημειώνει: «Η σημερινή ηγεσία της Εκκλησίας δεν επιμένει να αναδείξει πρωτεύοντα ρόλο τής πριν από σχεδόν διακόσια χρόνια προκατόχου της, πολύ περισσότερο που ο μόνος με πρωταγωνιστικό ρόλο ιερωμένος παραήταν επαναστάτης». Και συνεχίζει: «Επρεπε λοιπόν να εξαφανιστεί από την κατά την Εκκλησία εθνική Ιστορία ο Παπαφλέσσας και να εφευρεθεί ρόλος που
τη βόλευε. Προκειμένου να συνδεθεί η Εκκλησία με το Εθνος κατασκευάστηκε ένας από τους πιο ανθεκτικούς ιστορικούς μύθους: Ο επίσκοπος Π. Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο-σημαία της Επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, κήρυξε δηλαδή την ελευθερία του Εθνους, την κήρυξε η Εκκλησία».

Ο ίδιος φέρνει στο φως της δημοσιότητας «ένα άγνωστο έως τώρα τεκμήριο», το οποίο «δείχνει καθαρά πώς κατασκευάστηκαν οι ιστορικοί μύθοι από την Εκκλησία». Και συνεχίζει: «Τον Μάιο του 1889 ένας πρωτοσύγκελος βεβαίωσε ότι ο Π. Π. Γερμανών ευλόγησε τα όπλα, ύψωσε τη σημαία και "ανεκήρυξε την ανεξαρτησίαν της πατρίδος". Ο εν λόγω πρωτοσύγκελος - αναφέρει παρακάτω - είχε γεννηθεί το 1797, ήταν δηλαδή το 1821 24 ετών, το 1889 όμως ήταν 92 ετών. Εχουμε λοιπόν, κάποιον, ο οποίος σε ηλικία 92 ετών θυμόταν με απίστευτες λεπτομέρειες - και βεβαίωνε επισήμως -
γεγονότα που απείχαν 68 χρόνια!».

Αν σε όλα αυτά, προσθέσουμε και το πλέον αδιάσειστο στοιχείο ότι η Επανάσταση ξεκίνησε πολύ νωρίτερα - ήδη στις 23 Μαρτίου η Καλαμάτα ήταν ελεύθερη «από τα ένοπλα τμήματα των Μανιατών με τον Πετρόμπεη, Αναγνωσταρά, Κολοκοτρώνη, Παπαφλέσσα» (Γ. Καρανικόλα, στο ίδιο) - αντιλαμβανόμαστε πως το λάβαρο της Επανάστασης είχε υψωθεί πολύ νωρίτερα και όχι, φυσικά, από τον Π. Π. Γερμανό...

Αυτά συνέβησαν τότε. Αλλά και αργότερα η εκκλησία - για να έρθουμε σε ποιο κοντινά μας χρόνια - αναθεμάτισε και το Βενιζέλο και συμμετείχε ενεργά στη δικτατορία του Μεταξά... Ας δούμε όμως τι συνέβη τον καιρό της Γερμανικής κατοχής στη χώρα μας. Κατ΄ αρχάς ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος της εποχής, ο Δαμασκηνός, ανέβηκε στο θρόνο του λόγω της εκλεκτικής του σχέσης με την κατοχική "κυβέρνηση" του Τσολάκογλου. Μάλιστα σε επιστολή του προς τον Τσολάκογλου (και αφού είχε με τη βοήθεια του τελευταίου καταλάβει την Αρχιεπισκοπή) ο Δαμασκηνός χαρακτήριζε τη
συνθηκολόγηση με τους κατακτητές σαν "μέτρον ανάγκης"...

Στα χρόνια του εμφυλίου, αλλά και κατοπινά, η εκκλησία δηλώνει πάντα πίστη στας "εθνικάς" δυνάμεις της πολιτικής ζωής του τόπου και επομένως οι εγκύκλιοι της Ιεράς Συνόδου που καταδικάζουν τον απελευθερωτικό αγώνα και τους αριστερούς, είναι στην ημερήσια διάταξη. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά χρόνια αργότερα, το 1984, το ένα τρίτο των μελών της Ιεράς Συνόδου είχε προϋπηρεσία στο στρατό κατά την περίοδο του Εμφυλίου! Ορισμένοι μάλιστα από τους αρχιμανδρίτες εκείνης της εποχής, που αργότερα έγιναν ισχυροί μητροπολίτες, εκτός των άλλων
υπηρέτησαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Μακρόνησο.

Η επίσημη εκκλησία υπήρξε, όμως, ανέκαθεν και κήρυκας του σκοταδισμού και στον τομέα της σκέψης, πολύ δε περισσότερο της δράσης, όσον αφορά την κατοχύρωση προοδευτικών μέτρων στο χώρο της εκπαίδευσης (άλλωστε οι μαθητές το 1999 ήταν οι τελευταίοι που έμαθαν τι σημαίνει να "αποκηρύσσει" τον αγώνα τους η εκκλησία, όπως συνέβη με τις δηλώσεις του κυρίου Χριστόδουλου). Έτσι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας μας βρέθηκαν κατά καιρούς στο στόχαστρο της εκκλησίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση με τους "μαλλιαρούς"-δημοτικιστές. Τότε με παρέμβαση της
Ιεράς Συνόδου τον Ιούλη του 1925 για να αντιμετωπιστούν οι "άθεοι" δημοτικιστές το κράτος απομακρύνει το Γενάρη του 1926 από τις θέσεις τους τούς "επικίνδυνους" για την πνευματική υγεία των παιδιών μας τους εκπαιδευτικούς Γληνό, Ιορδανίδη, Δελμούζο, Ρόζα Ιμβριώτη, Παπαμαύρο και Κώστα Βάρναλη. Επιπλέον το κράτος καταργεί και την Παιδαγωγική Ακαδημία.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1954, στο στόχαστρο της Ιεράς Συνόδου μπαίνει και ο Καζαντζάκης. Τα έργα του "Καπετάν Μιχάλης" και "Ο τελευταίος Πειρασμός" προκαλούν τη μήνιν του ιερατείου. Η Ιερά Σύνοδος ζητά από το Πατριαρχείο να αφορίσει τα βιβλία, αλλά ο σάλος που προκαλείται αποσοβεί μια τέτοια εξέλιξη. Είναι προφανές ότι το νήμα που συνδέει εκείνους που αφόρισαν το Λασκαράτο, που κυνήγησαν το Γληνό, το Βάρναλη και τον Καζαντζάκη, είναι το ίδιο νήμα που ένωσε τον Χριστόδουλο με τους αφρίζοντες "χριστιανούς" της "λαοσύναξης" της Θεσσαλονίκης και της
Αθήνας...

Δικτατορία των συνταγματαρχών

Το ρόλο που έπαιξε η εκκλησία στην περίοδο της χούντας του "Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών" τον γνωρίζουν άπαντες. Ο Μητροπολίτης Κυθήρων Μελέτιος μας έδωσε τότε μια σαφή εικόνα της στάσης της εκκλησίας απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς: "Οι αγώνες ημών υπήρξαν μακροί, σταθεροί και πιστοί. Εδικαιώθημεν! Ηλθεν η Επανάστασης της 21ης Απριλίου 1967, ως από μηχανής Θεός. Επεζητούμεν μίαν τοιαύτην μεταβολήν. Ηπλωσεν ο Θεός την χείρα του. Εφθασεν αληθώς Σωτήρ εις την κατάλληλον στιγμήν"! Ποιος δεν θυμάται τον πνευματικό πατέρα του μακαριστού Χριστόδουλου
(όταν διάβαζε και δεν πρόσεξε ότι είχαμε χούντα), τον Ιερώνυμο και τα πάρε δώσε με τους πραξικοπηματίες; Όμως ο ίδιος ο Χριστόδουλος την περίοδο εκείνη αρθρογραφούσε στον "Ελεύθερο Κόσμο" του Κωνσταντόπουλου, τη γνωστή φασιστική φυλλάδα και υπήρξε μέλος της "Ζωής" ενός παραθρησκευτικού σωματείου που στέλεχός της ήταν ο Ιερώνυμος, ο πρωθιερέας της Φρειδερίκης και εκλεκτός της χούντας των συνταγματαρχών. Φίλος και "εν Θεώ αδελφός" ο Χριστόδουλος τότε και με τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, Παρασκευόπουλο που "άφησε εποχή" με την περίφημη
προσφώνησή του στη Δέσποινα Παπαδοπούλου, τη γυναίκα του δικτάτορα, που την παρομοίαζε με την... Παναγία!

Ας έρθουμε όμως και στο σήμερα.

Η Ελλάδα στην εποχή της τρόικας

Οι Τούρκοι κατακτητές, όπως και οι Γερμανοί το 1940 έφυγαν. Η χούντα έφυγε. Τι γίνεται σήμερα μετά από τόσους αγώνες, αίμα και θυσίες; Μια νέα, κοινοβουλευτική αυτή τη φορά χούντα έχει ξεπουλήσει όλα τα κατακτημένα δικαιώματα των εργαζομένων αλλά και ολόκληρη τη χώρα! Η «χούντα» του ΠΑΣΟΚ που μας έφερε την Τρόικα να μας αποτελειώσει! Παράλληλα η κυβέρνηση των Βρυξελλών (βλέπε ΠΑΣΟΚ) υπακούοντας σαν πιστό σκυλάκι στις επιταγές των κυρίαρχων του πλανήτη συμμετέχει στους βομβαρδισμούς της Λιβύης από τη Διεθνή Συμμορία των ιμπεριαλιστών. Η
κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υλοποιώντας την ρήση του υπουργού Εθνικής Άμυνας Ευ.Βενιζέλου που μίλησε για προγεφύρωμα του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., κάνει πράξη τη δέσμευση προς την Συμμαχία των Ιμπεριαλιστών ότι η Ελλάδα θα συμμετέχει με όλες της τις δυνάμεις, παρέχοντας κάθε διευκόλυνση. Οι βάσεις σε Σούδα, Άραξο και Άκτιο βρίσκονται σε πολεμική ετοιμότητα και πλέον παίζουν κομβικό ρόλο στους βομβαρδισμούς, αφού εκτός των άλλων θα αποτελέσουν βάσεις εξόρμησης και ενδιάμεσους σταθμούς για πρωτόγνωρη ποσότητα ξένων πολεμικών αεροσκαφών! Και γι΄ αυτό το
λόγο είναι έτοιμες να συνεχίσουν να υποδέχονται αεροσκάφη, οι βάσεις του Καστελίου στη Κρήτη ,η Ανδραβίδα ακόμη και η Τανάγρα! Στον Άραξο βρίσκονται ήδη έξι F-16 του Βελγίου και αναμένονται επίσης έξι F-16 από την Ολλανδία. Στη Σούδα εκτός των άλλων, το Γαλλικό ΥΠΕΘΑ ζήτησε άδεια για προσγείωση έξι Mirage 2000 από το Κατάρ, τα οποία θα συμμετάσχουν σε βομβαρδισμούς. Ωστόσο είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα υποδέχεται τόσα μαχητικά αεροσκάφη για μια αποστολή καθαρά πολεμική. Η εμπλοκή της Ελλάδας στην επιχείρηση εναντίον της Λιβύης είναι πολύ βαθύτερη.

Στα συμβαίνοντα στο εσωτερικό της χώρας μας, εμείς, σαν ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ έχουμε επανειλημμένα τονίσει πώς: «Στη σημερινή πολιτική συγκυρία, οι διαφορετικές προσεγγίσεις του ριζοσπαστικού πολιτικού χώρου στα ζητούμενα και στα «δια ταύτα» του κινήματος, στα ζητούμενα και στα «δια ταύτα» της αντιμετώπισης της καταστροφής που απειλεί τους μισθοσυντήρητους και τα λαϊκά στρώματα, το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ, ο αγώνας για την ανατροπή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο αγώνας για την ανατροπή του μνημονίου της τρόικας κλπ., υπερβαίνει τις
διαφορετικές προσεγγίσεις πάνω στα προβλήματα της συγκυρίας και λειτουργεί ενοποιητικά, επειδή εμπεριέχει την κύρια πλευρά της κύριας αντίθεσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με τις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, επειδή δίνει κατεύθυνση στην αυθόρμητη αρνητικότητα του λαού ως προς τις συνθήκες ύπαρξής του, επειδή υπονοεί μορφικά το περιεχόμενο της ταξικής συνείδησης που ετοιμάζεται να αναφανεί. Σήμερα, στις συνθήκες ανωριμότητας του υποκειμενικού παράγοντα, στις συνθήκες πολυδιάσπασης του αντικαπιταλιστικού ριζοσπαστικού
χώρου, το σύνθημα ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ οφείλει να γίνει ιαχή ταξικού πολέμου, κάλεσμα αγωνιστικής ενότητας των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού. Σύνθημα μάχης.

Το σύνθημα, λοιπόν, ΚΑΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ αποτελεί τακτική πολιτική πρόταση, που εστιάζει στην κυρίαρχη αντίθεση της σημερινής πολιτικο-οικονομικής συγκυρίας. Στον ένα πόλο της αντίθεσης, βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ, οι συμμαχίες του και τα ταξικά πολιτικο-οικονομικά συμφέροντα που υπηρετεί η σημερινή πολιτική πρακτική του. Στον άλλο πόλο της αντίθεσης, βρίσκονται η εργατική τάξη, οι μισθοσυντήρητοι και τα λαϊκά στρώματα, καθώς και τμήματα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη αλλά πλήττονται καθοριστικά από τα
μέτρα ΠΑΣΟΚ-τρόικας. Αντιθέσεις μεταξύ «μέτρων ΠΑΣΟΚ-τρόικας» με «αυτοκινητιστές, βενζινοπώλες, μικροϊδιοκτήτες κλπ κλπ.» αποτελούν μόνο την κορφή του παγόβουνου των ποικιλόμορφων αντιθέσεων των τμημάτων του πληθυσμού που δεν ανήκουν στην εργατική τάξη αλλά πλήττονται από τα μέτρα ΠΑΣΟΚ-τρόικας. Η αντίθεση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με την εργατική τάξη και το λαό διαρκώς θα οξύνεται. Η αντίθεση αυτή, είναι η κυρίαρχη αντίθεση της σημερινής συγκυρίας, που ενοποιεί κι εκδηλώνει όλες τις άλλες αντιθέσεις καθώς και την θεμελιώδη αντίθεση
«κοινωνικοποίηση της παραγωγής-ατομική ιδιοποίηση» κλπ κλπ. Εδώ, οφείλουμε να τονίσουμε ότι οι αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων τμημάτων της αστικής τάξης, μεταξύ τμημάτων του ευρωπαϊκού κεφάλαιου και του ελληνικού κεφάλαιου κλπ., καθώς και οι αντιθέσεις που αναφύονται στα μεσαία και μικροαστικά στρώματα του πληθυσμού ενάντια στην κυρίαρχη σημερινή κυβερνητική πολιτική, πρέπει στα πλαίσια μιας επαναστατικής στρατηγικής νʼ αξιοποιηθούν ως έμμεσες και άμεσες εφεδρείες για την εκδήλωση της βασικής αντίθεσης «κεφάλαιο-εργασία» στο
πολιτικό εποικοδόμημα της ελληνικής κοινωνίας.

Το σύνδρομο του απολίτικου ωχαδερφισμού, που εξέθρεψε η μικροαστική ιδεολογία για ατομική συμμετοχή στην καπιταλιστική ευμάρεια, άρχισε να ξεφτίζει μπροστά στην ωμή πραγματικότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας που, στη σημερινή συγκυρία, εκδηλώνεται απροκάλυπτα.

Αν, λοιπόν, τα μεσαία στρώματα και οι μικροαστοί αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι τα πολιτικά κόμματα, που μέχρι σήμερα ακολουθούν, δεν στηρίζουν πολιτικά τα μικροαστικά τους συμφέροντα αλλά τα συμφέροντα του μεγάλου κεφάλαιου, αν αρχίζουν τα μεσαία στρώματα και οι μικροαστοί να κατανοούν ότι η καπιταλιστική πραγματικότητα τους αφανίζει και το όνειρό τους για ατομική συμμετοχή στην καπιταλιστική ευμάρεια αποδεικνύεται ανέφικτο, τότε και το μικροαστικό όνειρο του κάθε μισθοσυντήρητου, να δανειστεί για νʼ αποκτήσει μια άδεια φορτηγού, νʼ
ανοίξει μια μικροεπιχείρηση για να ξεφύγει από τη μοίρα του κλπ., θʼ αρχίσει να κλονίζεται.

Όσο, λοιπόν, η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα θʼ αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και θα έρχονται σε αντίθεση, άμεση και απροκάλυπτη, με την πολιτική πρακτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το μνημόνιο και την τρόικα, όσο θʼ αντιλαμβάνονται ότι τα πολιτικά κόμματα που ακολουθούν δεν υπηρετούν τα συμφέροντά τους, τόσο περισσότερο θα ωριμάζουν οι υποκειμενικές προϋποθέσεις για να συνειδητοποιηθούν, για να οργανωθούν και νʼ αγωνιστούν, όχι απλά και μόνο για τα ατομικά τους συμφέροντα, όχι απλά και μόνο για τα
συντεχνιακά τους συμφέροντα, αλλά για τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου. Θʼ αρχίσουν να τʼ αντιλαμβάνονται -αυτά τα συλλογικά συμφέροντα- σαν προϋπόθεση της δικής τους ευημερίας, της ευημερίας της οικογένειάς τους, το παρόν και το μέλλον των παιδιών τους.

Στη σημερινή συγκυρία, ο αγώνας ενάντια στα μέτρα κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-τρόικας, δεν είναι απλά μια αντικυβερνητική πολιτική που προετοιμάζει μια τυπική κομματική αλλαγή της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά είναι μια βαθύτατα ταξική αντικαπιταλιστική πολιτική, που υπερβαίνει τις σημερινές συντεχνιακές και κομματικές περιχαρακώσεις, είναι ένας αγώνας που ενεργοποιεί, συνειδητοποιεί και ενοποιεί τον ταξικά διαρθρωμένο ελληνικό πληθυσμό, είναι μια πολιτική που συμβάλλει στην ανασύσταση του οράματος για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, που συμβάλλει στην ανασύσταση ενός μαζικού αντικαπιταλιστικού κινήματος εξουσίας».

Επίσης πολλές φορές έχουμε τονίσει ότι το: «ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, έχει την πεποίθηση πως, η διαρκώς εντεινόμενη αγανάκτηση του λαού στη σημερινή οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, για να παράξει ρεαλιστικό αποτέλεσμα, πρέπει να υπάρξουν πολιτικές πρωτοβουλίες, που θα υπερβαίνουν τα σημερινά «κομματικά» σχήματα και τις σημερινές συνδικαλιστικές περιχαρακώσεις, που θα δίνουν νόημα και προοπτική στον αγώνα ενάντια στην καταστροφή που μας απειλεί, που θ’ ανατρέψουν την απαισιοδοξία και το αίσθημα
της ματαιότητας του αγώνα για ένα καλύτερο, για ένα ελπιδοφόρο μέλλον, που θα δώσουν την δυνατότητα σε κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα, ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση, να ενεργοποιηθεί και να συμβάλει στον κοινό αγώνα για το κοινό συμφέρον».

ΝΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ – ΝΑ ΦΥΓΕΙ Η ΤΡΟΪΚΑ

htpp://politikokafeneio.com

Προϋποθέσεις της Επανάστασης του 1821, του Σπύρου Ι. Ασδραχά

Printer-friendly versionSend to friend
Θ. Βρυζάκης, το Στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855
Επιμένω στην έννοια της κατάκτησης. Μόνο παρερμηνείες ή χρησιμοθηρίες υποβαθμίζουν, στην πρόσφατη ιστοριογραφία, την έννοια αυτή. Η κατάκτηση έχει τα χαρακτηριστικά της. Συνεπέφερε ωσμώσεις, εισχωρήσεις των κατακτημένων στο σύστημα των κατακτητών, δημιούργησε συνδετικούς κρίκους, αλλά και ανταρσίες. Ο Σάθας διατύπωσε ένα ερμηνευτικό σχήμα, που το ξαναβρίσκουμε στον Μακρυγιάννη, ότι ευθύς με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, αρχίζει η «αντίσταση» στην κατάκτηση. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα.

Η έννοια της κατάκτησης και η σημασία της

Πριν προχωρήσουμε, ας υπενθυμίσουμε ότι μια κατάκτηση δεν μπορεί να εδραιωθεί εάν οι κατακτημένοι δεν έχουν δομή ή δομές. Η κατάκτηση της Αμερικής προσέκρουε στους indios bravos· αυτούς δεν μπορούσαν να τους ελέγξουν. Η κατακτημένη κοινωνία, στη δική μας περίπτωση, είχε τις δομές της, και ως εκ τούτου μπορούσε να επικαθίσει σε αυτήν η οθωμανική κατάκτηση.
Η κατάκτηση, χονδρικά, διανύει δύο φάσεις: τη φάση της οθωμανικής επέκτασης και τη φάση που έπεται της αποτυχίας της Βιέννης. Στην πρώτη φάση είναι έξεργος ο λεηλατικός χαρακτήρας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη δεύτερη φάση, ο λεηλατικός αυτός χαρακτήρας κατά κάποιον τρόπο εσωτερικεύεται, με τους φόρους. Ωστόσο δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ο φόρος το στοιχείο που επιδείνωνε την εκμετάλλευση­· είναι το γεγονός ότι αλλάζει ο τύπος των προσόδων, συγκεκριμένα ότι πυκνώνεται ένας τύπος προσόδων, χρειάζεται συνεπώς να μελετήσουμε την εξέλιξη και διόγκωση των γαιοπροσόδων σε σχέση με τις φορολογικές προσόδους.
Βλέποντας το ζήτημα εκ των υστέρων, εκεί όπου έχουμε καταγραφές, προκύπτουν ορισμένα προφανή πράγματα: η κατακτητική κοινωνία ιδιοποιείται την οικονομία μέσω της δημιουργίας οιονεί ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία προϋπήρχε, αλλά διογκώνεται. Αν καταμετρήσουμε τον οθωμανικό πληθυσμό και την κατοχή γαιών, και μάλιστα των καλύτερων γαιών, θα δούμε ότι υπάρχει μια δυσαναλογία: η αριθμητικώς μικρότερη κοινωνία κατέχει τις περισσότερες γαίες -- αυτό είναι το αποτέλεσμα των μετρήσεων που μπορεί να γίνουν επί τη βάσει των πρώτων στατιστικών που έχουμε μετά την Επανάσταση του 1821. Και αν κάνουμε και άλλες διακρίσεις, θα δούμε ότι οι αρδευόμενες γαίες κατέχονται πρωτίστως από τους Οθωμανούς, τους μουσουλμάνους. Καλλιεργούνται με διάφορου τύπου διανεμητικά συστήματα, κυρίως από τους κατεχόμενους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι κατακτητές δεν είναι άμεσοι καλλιεργητές. Στην ουσία, η γαιοκτησία αυτού του τύπου είναι αποτέλεσμα ιδιοποιήσεων μέσω της καταχρέωσης των χωρικών που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις και να μετέχουν στην αγορά, υποκείμενοι, στο μέτρο όπου μετέχουν, σε μια άνιση ανταλλαγή.
Είναι εμφανές ότι αν η κατάκτηση συνεπαγόταν τον εξισλαμισμό των κατακτημένων θα οδηγούσε σε μια σημαντικότατη μείωση των δημοσίων οικονομικών, αφού θα σήμαινε την κατάργηση του κεφαλικού φόρου. Ο Barkan έχει κάνει κάποιους σχετικούς υπολογισμούς, που δείχνουν ότι ο κεφαλικός φόρος είναι ένα από τα βασικότερα έσοδα. Έτσι, μονάχα φανατικοί μουσουλμάνοι επιθυμούσαν έναν γενικευμένο εξισλαμισμό.

Η εξωτερική διαλεκτική

Προχωρώντας στους εξωτερικούς όρους, στην εξωτερική διαλεκτική, θα πρέπει να θυμηθούμε ότι υπήρχαν διάφορα σχέδια διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μέσα στους διεκδικητές, τους διαδόχους, από κάποιο σημείο και ύστερα, εμφανίζονται και οι Ρώσοι· ας υπενθυμίσουμε ότι τους λαμβάνει σοβαρά υπόψη η Δυτική Ευρώπη. Δημιουργούνται διάφορα σχέδια για την απόσπαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία του ελληνικού χώρου -- παρεμπιπτόντως, το ορολογικό πρόβλημα είναι δύσκολο: και για τους Δυτικούς και για τους Ρώσους δεν υπήρχε το «ελληνικός», αλλά υπήρχε τα Grecia, Greco, grec και τα ομόηχα σλαβικά.

Τα σχέδια
ήταν πολλά: και γαλλικά, και ρωσικά, για τη δημιουργίας μιας ανεξάρτητης εδαφικότητας, η οποία, υπό τους όρους της εποχής, θα έπρεπε να τελεί υπό την προστασία μιας Δυνάμεως. Καθώς οι Δυνάμεις ήταν αντιθετικές, θα έπρεπε να βρεθεί ένας modus viventi, μια συναίνεση. Άρα, η ιδέα της εδαφικότητας υπήρχε· το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό έφτανε στους κατεχόμενους και αν έχουμε ενδείξεις που μας λένε ότι έφτανε. Και οι ενδείξεις δεν απουσιάζουν. Είναι περισσότερες, εν προκειμένω, για τη Βενετία λόγω της κατοχής φεουδαλικού τύπου των κτήσεων, ενώ είναι εμμεσότερες για την Ισπανία. Στον 18ο αιώνα υπάρχουν και γαλλικά σχέδια, όχι για την απελευθέρωση, αλλά για την διείσδυση γαλλικών συμφερόντων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, διείσδυση η οποία οδηγούσε σε οιονεί κυριότητα υπό την επικυριαρχία των πασάδων κάποιων περιοχών που παρουσίαζαν ενδιαφέρον, όπως η Άρτα και η περιοχή της για το γαλλικό εμπόριο.

Το μέγιστο
όμως σχέδιο ήταν εκείνο της Μεγάλης Αικατερίνης, με τους πολέμους που εξαπέλυσε και στην υπηρεσία του οποίου μπήκαν πολλές ελληνικές δυνάμεις του εσωτερικού και του εξωτερικού, χωρίς όλες τους να είναι ταυτόσημες, αλλά με κοινό παρονομαστή την εξέγερση. Ας υπομνησθεί ότι οι εκτός της Ρωσικής Αυτοκρατορίας ομόδοξοι βρήκαν σ’ αυτή θεσμοθετημένη δεξίωση και ποικίλους ρόλους.

Η αρχή των εθνοτήτων

Το 1789 εξαπολύει την αρχή των εθνοτήτων. «Όλα τα έθνη πολεμούν και στους τυράννους των ορμούν κλπ. Ο Ρήγας Φεραίος, βεβαίως, είναι προϊόν του 1789, και οι ελπίδες του στηρίζονται στους Ναπολεόντειους Πολέμους. Γιατί το 1789 σε εμάς έφτασε μέσω των Ναπολεοντείων Πολέμων, και όχι κατευθείαν, όσο κι αν η Γαλλική Επανάσταση απασχόλησε τα πνεύματα της εποχής, με προεξάρχοντα τον Κοραή.
Το ερώτημα είναι πώς εσωτερικεύεται η αρχή των εθνοτήτων. Η συνήθης απάντηση είναι ότι υπάρχουν οι στοχαστές, οι λόγιοι, που είναι προϊόντα του Διαφωτισμού, οι οποίοι δίνουν το ιδεολογικό στίγμα της μελλοντικής εξέγερσης. Η διαπίστωση είναι σωστή, μόνο που θα πρέπει να δούμε ποια ήταν τα αντίστοιχα ιδεολογικά σχήματα τα οποία υπήρξαν στο παρελθόν.
Όταν δούμε την Επανάσταση του 1821, θα διαπιστώσουμε ότι είναι μια δημοκρατική επανάσταση. Ας διευκρινίσουμε κάτι: όταν ο Ρήγας Φεραίος μιλάει για Έλληνες, δεν εννοεί τους σύγχρονους Έλληνες, εννοεί τους αρχαίους Έλληνες. Η République Française θα παρατεθεί δίπλα στην Republique Grecque, Grecque ancienne. Υπήρξαν Βαλκάνιοι που είπαν ναι, εμείς αυτό το αναγνωρίζουμε. Και το «ελληνικός» δεν παρέπεμπε σε αυτό που παραπέμπει σήμερα, στο γραικικό, αλλά στην αρχαιότητα, που ο Ανάχαρσις την είχε αναδείξει. Αλλιώς δεν εξηγείται αυτή η αντίφαση που υπάρχει στο πολίτευμα του Ρήγα αναφορικά με την ενίσχυση των εθνικών γλωσσών και με τις διοικητικές ιδιομορφίες. Και οι ίδιοι οι Τούρκοι ως προς τους αρχαίους Έλληνες, τους Γιουνάν, δεν είχαν απολύτως καμία αντιπαλότητα. Και τον 18o αιώνα, ο Tούρκος αξιωματούχος του Μοριά, ο Πενάχ Εφέντης τους λέει Γιουνάν. Η χρήση του Γιουνάν, σύμφωνα με την οθωμανική γεωγραφία του 16ο αιώνα, παραπέμπει στη δυτική πτέρυγα της Αυτοκρατορίας, όχι στο έθνος Έλληνες. Και όταν λένε γιουνάν δεν εννοούν μόνο τους ελληνόφωνους. Υπάρχει μια ρήτρα σε έναν κανουναμέ, που δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «Γιουνάν» αλλά «Ρουμ»· και αυτοί οι Ρουμ πρέπει να καταβάλουν τον φόρο τους στο Ίλιντεν. Βουλγάρικη είναι η λέξη, επειδή όμως είναι ορθόδοξοι, τους θεωρεί ρουμ.
Η Επανάσταση του 1821, λοιπόν, δεν μπορούσε παρά να είναι εθνική, και ως εθνική, τη δεδομένη στιγμή, δεν μπορούσε παρά να είναι δημοκρατική, να φτιάξει Συντάγματα. Το ερώτημα είναι: Υπάρχουν υποδοχές, ώστε να φτιαχτούν Συντάγματα; Οι υποδοχές υπήρχαν, γιατί τα κοινοτικά συστήματα ενείχαν υποτυπωδώς την έννοια του καταστατικού χάρτη, που έπαιρνε μάλιστα και γραπτή μορφή, μόνο που δεν ήταν, βέβαια, Συντάγματα. Αφήνω στην άκρη το παράδειγμα της Επτανήσου Πολιτείας, γιατί θα μας πήγαινε μακριά, αλλά χρειάζεται να το θυμόμαστε, και μάλιστα το Σύνταγμά του, έναν καταστατικό χάρτη που δεν είναι βέβαια αυτό που εννοούμε σήμερα με τη λέξη «Σύνταγμα». Αντιθέτως, θα πρέπει να υπομνήσουμε την περίοδο των δημοκρατικών Γάλλων κατά την οποία οι δημοκρατικότεροι τοπικοί συντελεστές προσέβλεπαν σε μια επέκταση αυτής της αυτονομίας προς τον τουρκοκρατούμενο χώρο· λόγοι όμως κρατικής πολιτικής δεν τους επέτρεπαν να το πουν μεγαλοφώνως. Το έλεγαν υπορρήτως. Το ξέρουμε από τους λόγους που εκφωνούνταν στην Πατριωτική Εταιρεία της Κέρκυρας.

Οι οικονομικοί όροι

Χωρίς την επίγνωση όλων αυτών, και κυρίως των μηχανισμών που υπόκεινται σε αυτές τις διαδικασίες, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε μια σωστή αποτίμηση του 1821 και θα μέναμε σε κάποια σχήματα, όπως λ.χ. στον πόθο της ελευθερίας, που αποτέλεσε και το έδεσμα της εθνικής ρητορείας, ή στο ότι ανδρώθηκε μια τάξη η οποία μπορούσε να κάνει επανάσταση, η αστική τάξη.
Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το δεύτερο σχήμα. Έχουμε τους εμπόρους των μεγάλων αποστάσεων, τους βιοτέχνες, ανθρώπους της εσωτερικής αγοράς — και αναρωτιέμαι αν όλα αυτά αποτελούν μια αστική τάξη και, κυρίως, αν οι οικονομικοί όροι αυτής της αστικής τάξης οδηγούσαν στην Επανάσταση. Η δική μου απάντηση είναι ότι αυτοί οι οικονομικοί όροι δεν οδηγούσαν στην επανάσταση· οι έμποροι δεν είχαν κανέναν λόγο να έχουν ανεξάρτητο κράτος, η οικονομική δυναμική δεν οδηγούσε στην επανάσταση, διότι οι έμποροι αυτοί επωφελούνταν από το υφιστάμενο σύστημα, στη δικαιοπραξία του οποίου είχαν βρει τα δικά τους αντίδοτα, δεν είχαν λόγους να θέλουν την αλλαγή του.
Δεν έχουμε, όμως, καμιά επιδείνωση της φορολογίας. Ο 17oς αιώνας είναι ένας αιώνας ελλειμματικός από την άποψη των δημοσίων εσόδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εξηγήσεις έχουν δοθεί: είναι συνδυασμός δημογραφικής και φοροδοτικής κρίσης. Και κλειδί της ερμηνείας είναι ο εκχρηματισμός της οικονομίας, ο οποίος μπορεί να είναι παρωθητικός ή αποδιαρθρωτικός. Για ορισμένα επαγγέλματα ή ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες είναι παρωθητικός, για τη μεγάλη μάζα είναι αποδιαρθρωτικός.
Είμαι λοιπόν εντελώς αντίθετος στην άποψη ότι η οικονομική συγκυρία συνέβαλε στην Επανάσταση του 1821. Μια καλή ανάγνωση του Ερνέστ Λαμπρούς, του περίφημου άρθρου του για τη γέννηση των επαναστάσεων και την οικονομική συγκυρία, δεν θα οδηγούσε στο σχήμα ότι με τη λήξη των Ναπολεοντείων Πολέμων, άρα με τον γρήγορο πλουτισμό λόγω του εξαγωγικού εμπορίου που αναπτύχθηκε παραβιάζοντας τον αποκλεισμό, ξαφνικά δόθηκε το έναυσμα για την Επανάσταση. Είναι μια μηχανιστική αντίληψη και θέλω εδώ να επικαλεστώ και τον Νίκο Σβορώνο, που δεν την υπερασπίστηκε ποτέ.
Με τον ηπειρωτικό και ναυτικό αποκλεισμό, οι λεγόμενες «ναυτικές νήσοι» γεμίζουν βέβαια χρήματα. Δεν γίνονται όμως καπιταλιστές: ή τα συσσωρεύουν στις στέρνες ή τα επενδύουν στις παραδοσιακές δραστηριότητες. Και ας μην ξεχνάμε ότι οι Υδραίοι λ.χ. σκέφτονταν μην τυχόν μεταναστεύσουν, στο Τριέστι ή κάπου αλλού.
Ας σημειώσουμε όμως ότι το χρήμα κυκλοφορούσε και συσσωρευόταν όχι πάντοτε μέσα από αυτό που θα αποκαλούσαμε οικονομικές διαδικασίες. Ήταν αποτέλεσμα λείας. Όταν ο Ψαλλίδας γράφει στον Μαυροκορδάτο και του προτείνει την κινητοποίηση των Αλβανών, του επισημαίνει ότι η Αρβανιτιά είναι γεμάτη χρήμα. Από πού προέρχεται αυτό το χρήμα; Όχι βέβαια από τις οικονομικές τους δραστηριότητες, αλλά από τις λεηλασίες. Και είχε συσσωρευθεί πάρα πολύ. Αυτό το χρήμα όμως δεν ήταν κεφάλαιο, ήταν πλούτος.

Το ζήτημα των ελίτ

Ανοίγω μια παρένθεση για το ζήτημα των ελίτ. Θα ήθελα να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε elites και notables. Εμείς είχαμε notables, ελληνιστί λέγονται προύχοντες, πρόκριτοι, άρχοντες παλαιότερα πριν από την τουρκική κατάκτηση. Στην Επανάσταση ξανάρχεται ο όρος, επειδή ο άρχοντας, που ανήκει σε ένα νοητικώς διευρυμένο φεουδαλικό σύστημα, είναι αυτός που υποχρεώνει και υποχρεώνεται. Εκείνο που διασώθηκε μέσα στην πρόσληψη του άρχοντα είναι όχι η υποχρέωση που υποβάλλει, αλλά η υποχρέωση στην οποία επιβάλλεται. Γι’ αυτό έχουμε την έννοια της αρχοντιάς. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έχει γράψει μια ωραιότατη σελίδα για το τι σημαίνει αρχοντιά: δεν σημαίνει πλούτο, είναι κίνημα ψυχής. Όταν ο Φλωράκης ήταν σε μια μάχη, όρθιος, του λέει μια γυναίκα στη Ρούμελη: Αχ, εσύ, όλο αρχοντιά! Αυτοί οι άρχοντες είναι διαφορετικοί από τους «αρχόντους» των Επτανήσων, που αποτελούσαν μια κοινωνική κατηγορία.
Πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στις elites και τους notables. Τους notables θα τους λέγαμε, όπως είπαμε, πρόκριτους, προύχοντες, αλλά επιβιώνει και ο όρος «άρχοντες», σε άρχοντες της Λειβαδιάς για παράδειγμα. Και τις elites θα τους λέγαμε εκλεκτούς, γενάδες. Και οι πρόκριτοι έχουν να διαδραματίσουν διοικητικούς, οικονομικούς, ηγετικούς ρόλους, ενώ οι elites έχουν να διαδραματίσουν ρόλους διανοητικούς, είναι intellectuels. Μπορεί να μετέχουν στα διοικητικά, αλλά δεν είναι ο κανόνας.

Και πάλι η έννοια της κατάκτησης

Κλείνοντας, επιμένω ότι το βασικό σημείο, για να καταλάβουμε το ξέσπασμα της Επανάστασης είναι η έννοια της κατάκτησης. Και ας μην αναζητάμε λόγους όπως η επιδείνωση της φορολογίας. Εκείνο που προϋπήρχε και επεξετάθη είναι η ιδιοποίηση της γης, δηλαδή η εξαγωγή γαιοπροσόδων, που έγινε με μια ορισμένη μεθοδολογία. Και που δεν είναι μια μετεξέλιξη του τιμαριωτικού συστήματος, δεν έχει καμία σχέση. Είναι η δημιουργία μιας οιονεί ατομικής ιδιοκτησίας, με δύο τρόπους. Ο ένας είναι η κατάκτηση και αξιοποίηση των μη καλλιεργούμενων εδαφών, που τη θέτουν σε εφαρμογή οι λεγόμενοι «σκλάβοι της πύλης» οι κουλ, εφόσον ο τιμαριώτης έδινε τη συγκατάθεσή του. Και ο δεύτερος είναι μέσα από το σύστημα της καταχρέωσης, λόγω του οποίου τα χωριά, τα μικρά, αδύναμα χωριά, έγιναν τσιφλίκια.

Η οιονεί
ταξική διαπάλη συνεχίστηκε στην Επανάσταση, οι κοτζαμπάσηδες, οι προύχοντες ήθελαν να διαιωνίσουν τους ηγετικούς τους ρόλους, αποδέχονται τα Συντάγματα (έχουμε και το πρώτο πείραμα, το Σύνταγμα των Καλτεζών), οι πολεμικές ηγεσίες θέλουν να διαιωνίσουν τους ηγετικούς τους ρόλους. Αυτά δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Στη διάρκεια της Επανάστασης διεκδικούν αρματολίκια μετονομασμένα. Οι νησιώτες θέλουν να διεκδικήσουν κι αυτοί τους ηγετικούς τους ρόλους. Έτσι εμφανίζονται οι τοπικότητες, αλλά όλοι αυτοί θα πρέπει να υιοθετήσουν μια πολιτική ιδεολογία. Και έχουμε, δημιουργούνται, τα τρία κόμματα. Έχουμε, ανάμεσα στα παραδείγματα, την ενδεικτική μαρτυρία ανθρώπου που είπε ότι στη Ρωσία πριν την Επανάσταση αισθανόμασταν ελεύθεροι, γιατί ακούγαμε τις καμπάνες μας, αλλά τώρα θα πρέπει να ακολουθήσουμε το αγγλικό σύστημα, το φιλελεύθερο.

Χαρακτήρας και ιδεολογία της Επανάστασης


Αλλά ας ξανάρθουμε στην ιδεολογία της Επανάστασης:
επανάσταση εθνική με δημοκρατική, αστική συνεπώς ιδεολογία, εκφραστές της οποίας ήταν οι άνθρωποι που μετείχαν στην κίνηση των ιδεών της εποχής τους, με φυσικούς αποδέκτες όσους έρχονταν σε επαφή με την αναφλεγόμενη Δυτική Ευρώπη. Η προετοιμασία είχε γίνει από πριν: Κοραής, Ρήγας, ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας, για να μείνουμε σε λίγα εκπρεπή παραδείγματα. Πολιτικώς η επανάσταση ήταν αστική. Τα κοινωνικά και οικονομικά της εδράσματα ήταν πολυσύνθετα, δυνάμει συγκλίνοντα στην εσωτερίκευση του αστικού ιδεώδους. Εργαλείο της Επανάστασης η Φιλική Εταιρεία, μια από τις πολλές εταιρείες που είχαν ανακύψει σε διάφορες χώρες. Η ρωσική δεξίωση των «ομοδόξων» μπορούσε να βρει μια μεταλλαγμένη συνάφεια με τους Δεκεμβριστές. Με δυο λόγια, πολύπλεγμα ιδεολογιών μέσα σε όρους κατάκτησης. Ας μείνουμε ως εδώ: πολιτικώς και ιδεολογικώς αστική επανάσταση, όχι η επανάσταση μιας αστικής τάξης που την οδηγούσε λόγω της οικονομικής της δυναμικής σε μια επανάσταση εθνική και συνάμα δημοκρατική.
Έλληνας έμπορος, π. 1780 («Recueil des different costumes des principaux officiers et magistrats de la Porte…», Παρίσι, chez Onfroy, π. 1780, όπως παρατίθεται στο «Η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα. Τα πριν και τα μετά. Η φωνή των εικόνων», προλεγόμενα Σπύρος Ι. Ασδραχάς, Θεμέλιο, Αθήνα 1996)
Γυναίκα της Μακεδονίας, π. 1780 ((«Recueil des different costumes…», ό.π.)
Ελληνική μαρτιγάνα. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία, 1807 (J.L.S. Bartholdy, «Voyage en Grèce…», Ι, Παρίσι 1807, όπως παρατίθεται στο «Η Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα…», ό.π.)
Του Σπύρου Ασδραχά από την Αυγή της 27/3/2011

Mια εικόνα, χίλιες λέξεις

Η ΕΛ.ΑΣ. φοβάται... βομβαρδισμό στην Κερατέα
Η κοινωνική αναστάτωση, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, αυξάνεται όλο και περισσότερο
H "Kάτοψη" είναι μια απλή ηλεκτρονική σελίδα, όπου καταγράφονται γεγονότα, καταστάσεις και πρόσωπα, που πρωτίστως κεντρίζουν το δικό μας ενδιαφέρον. Και νομίζουμε ότι θα ενδιαφέρουν και άλλους. Μέσα στα κείμενα, προσπαθούμε να δικρίνεται η φλόγα της προσωπικής αλήθειας. Η "Κάτοψη" θέλουμε να αποτελέσει μια έπαλξη αγώνα με επίκεντρο την ανθρώπινη ύπαρξη και τα δικαιώματά της. Είναι, δηλαδή, το συγκεγκριμένο blog ένας χώρος αποτύπωσης και διεκδίκησης.

Μυαλό Αϊνστάιν έχει ένας 16χρονος μαθητής από το Λιτόχωρο

Αν και μόλις 16 ετών, ο Χάρης Τσαμπασίδης, προσκλήθηκε από το ΜΙΤ της Βοστώνης να συμμετάσχει το καλοκαίρι στο camp του, στο οποίο έχουν προσκληθεί να λάβουν μέρος μερικές δεκάδες μαθηματικές διάνοιες από όλον τον κόσμο. Επίσης ήταν το νεαρότερο μέλος της Eθνικής Oμάδας που κατέκτησε πέρυσι το χρυσό μετάλλιο στη Mεσογειάδα και το χάλκινο στη Bαλκανιάδα Mαθηματικών. Πρόσφατα πήρε την πρώτη θέση στον Eθνικό Mαθηματικό Διαγωνισμό «Aρχιμήδης 2011".
Λέει ο ίδιος: «Oχι, δεν φωνάζω "Eύρηκα" όπως ο Aρχιμήδης όταν ανακαλύπτω τη λύση σ' ένα πολύπλοκο μαθηματικό πρόβλημα, απλά χαμογελώ στον εαυτό μου. Tο στερεότυπο, που θέλει τους μαθηματικούς να είναι κάπως ψυχροί, απόμακροι και υπολογιστικοί τύποι, λίγο-πολύ ισχύει".

Τα πέτσινα πτυχία και τα δικά μας τα παιδιά

Από factorx στις
Share


Αντιγράφω από το Έθνος:
«Διδακτορικούς και μεταπτυχιακούς τίτλους-μαϊμού εμφανίζουν δάσκαλοι και καθηγητές, οι οποίοι συμμετέχουν στις διαδικασίες επιλογής στελεχών της εκπαίδευσης (σχολικοί σύμβουλοι, διευθυντές, υποδιευθυντές σχολείων κ.ά.), προκειμένου να έχουν υψηλά μόρια και να πάρουν τις θέσεις και τα ανάλογα επιδόματα. Το φαινόμενο αυτό έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις, όπως καταγγέλλουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί και μάλιστα έχουν στηθεί «φάμπρικες» πλαστών τίτλων, οι οποίες έναντι αδρής αμοιβής παρέχουν στους ενδιαφερομένους τίτλους από πανεπιστήμια του εξωτερικού και κυρίως από βαλκανικές χώρες.

Τελευταία πληθαίνουν οι ενδείξεις για την ύπαρξη «περίεργων» τίτλων μεταπτυχιακών σπουδών σε Ελληνες εκπαιδευτικούς. Τα μεταπτυχιακά αυτά, δίνουν στους κατόχους τους μόρια για την κατάληψη θέσεων στελεχών της εκπαίδευσης, χωρίς αυτοί καν να παρακολουθήσουν μαθήματα και φυσικά με το αζημίωτο, λαμβάνοντας επιπλέον και τα μόρια για γνώση ξένης γλώσσας χωρίς άλλη πιστοποίηση. Κρίνεται αναγκαία η παρέμβαση του υπουργείου Παιδείας, προκειμένου να διαπιστωθεί η εγκυρότητα του τίτλου, ιδίως στις περιπτώσεις όπου οι υπάλληλοι, ενώ βρίσκονταν αποδεδειγμένα στην υπηρεσία τους στην Ελλάδα, ταυτόχρονα ελάμβαναν μεταπτυχιακό τίτλο στο εξωτερικό».
Και να`ταν μόνο οι δάσκαλοι και οι εκπαιδευτικοί;
Κάποτε, τα παλιά χρόνια, κάποιο πτυχίο πανεπιστημίου, εκτός από κύρος, και μόρφωση, σου εξασφάλιζε και μια θέση εργασίας, τουλάχιστον στο δημόσιο.
Στη συνέχεια, όπως όλα τα πράγματα στην Ελλάδα, έτσι απαξιώθηκαν και τα ΑΕΙ, μαζί με τα πτυχία τους. Βοήθησε σε αυτό και το «δικαίωμα στην αντιγραφή», αλλά και το «δημοκρατικό πεντάρι». Το ΠΑΣΟΚ ήθελε ισότητα (ισοπέδωση)… προς τα κάτω.
Αργότερα, εξαιτίας της πληθώρας πτυχίων, ο Έλληνας άρχισε να μαθαίνει και τα μεταπτυχιακά (μάστερ, διδακτορικά). Στην αρχή στο εξωτερικό, αργότερα και στην Ελλάδα. Σε κάποια φάση μάλιστα, στη δεκαετία του `90, είχαμε πλημμυρίσει από ξένα «πανεπιστήμια» και «κολέγια» κύρους, στα οποία δίδασκε μέχρι και ο Ζακ Ντελόρ! Με μερικά εκατομμύρια τσιμπούσες το μαστεράκι σου.
Πρόσφατα, και επειδή πλέον «όλοι» έχουν πτυχίο, και επειδή για να μπεις στο δημόσιο μέσω ΑΣΕΠ θα πρέπει να έχεις αρκετά τυπικά προσόντα, γεμίσαμε από μάστερ της Αγγλίας. Κάθε κοπελίτσα έχει και δυο τρία…
Καλή είναι η μόρφωση, δεν λέω. Αλλά να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι γονείς και άλλοι, πως στο δημόσιο, ο αναγνωρισμένος τίτλος μάστερ αμείβεται με περίπου 45 ευρώ μικτά το μήνα. Το διδακτορικό με λίγα παραπάνω. Αυτή την αξία έχει δώσει η πολιτεία μας στην υψηλή μόρφωση, και στην κατάρτιση των στελεχών της. Κι από ότι ακούγεται, το επίδομα αυτό των μεταπτυχιακών σπουδών θα καταργηθεί οσονούπω, μαζί με πολλά άλλα, μέσα στα πλαίσια της λιτότητας και των περικοπών.
Τότε γιατί αυτός ο χαμός, και ξαφνικά όλοι οι μεσήλικες δημόσιοι υπάλληλοι θυμήθηκαν να σπεύσουν να αποκτήσουν μάστερ; Διότι ο τελευταίος δημοσιουπαλληλικός κώδικας δίνει μπόνους (υπό μορφήν μορίων) στους τίτλους σπουδών στις ξένες γλώσσες, κλπ για όσους επιθυμούν να προαχθούν.
Για αυτό και από εκεί που δεν το περιμέναμε, εμφανίστηκαν χιλιάδες πενηντάρηδες και βάλε, με σωρεία μεταπτυχιακών τίτλων και πιστοποιητικών ξένων γλωσσών. Από το πουθενά κυριολεκτικά. Και χωρίς να ξέρουν καν αγγλικά!!!!! Όου γιές!
Η συνταγή είναι εύκολη. Άσχετα με τη βιομηχανία πλαστών τίτλων που περιγράφει το Έθνος, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Ιδού ένας απλός και δοκιμασμένος, που φοριέται πολύ τα τελευταί2-3 χρόνια: Αν είσαι κομματόσκυλο, και δη πράσινο, πλησιάζεις έναν εξίσου κομματόσκυλο καθηγητή ΑΕΙ, συνήθως υποψήφιο βουλευτή, ή γενικά πολιτευτή, ο οποίος ως αντάλλαγμα για τις ψηφοθηρικές υπηρεσίες σου, σε εγγράφει εν κρυπτώ σε ένα από τα μεταπτυχιακά προγράμματα που επιβλέπει, και ξαφνικά εμφανίζεσαι στην υπηρεσία σου …. καταρτισμένος. Δεν χρειάζεται ούτε να παρακολουθήσεις μαθήματα, ούτε καν να εξεταστείς. Το κόμμα να είναι καλά.
Για να έχει κάποιος δημόσιος υπάλληλος μεταπτυχιακό, ή θα πρέπει να το έχει από πριν, ή να πάρει εκπαιδευτική άδεια για να το παρακολουθήσει. Άδεια που δίνεται από την υπηρεσία του, μέσω ειδικού υπηρεσιακού συμβουλίου. Αυτά στη θεωρία.
Στη πράξη, ελάχιστοι 50αρηδες ή 60αρηδες δημόσιοι υπάλληλοι (αυτοί που χτυπάνε τις θέσεις διευθυντού) έχουν μεταπτυχιακό, διότι τότε που ήταν νέοι ήταν δύσκολο να το αποκτήσουν, και δεν χρειάζονταν και ιδιαίτερα. Οπότε, πως γίνεται και ξαφνικά γέμισε το δημόσιο με σούπερ επιστήμονες; Που από το πουθενά εμφανίζονται με μεταπτυχιακά, όντας ξύλα απελέκητα;
Και πως τα απέκτησαν, αφού δεν πήραν καν εκπαιδευτική άδεια; Και εν πάση περιπτώσει, ο κόσμος το έχει βούκινο, οι διάδρομοι των δημοσίων υπηρεσιών βοούν, οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι κοιμούνται;
Όχι δεν κοιμούνται, αλλά μάλλον ενθαρρύνουν αυτή τη λαθροχειρία, διότι δικοί τους άνθρωποι είναι αυτοί που πρέπει να προαχθούν πάση θυσία. Που πρέπει να πάρουν τις θέσεις κλειδιά. Και με δικές τους εντολές κάνουν τις κρίσεις προαγωγών τα «αδιάβλητα» υπηρεσιακά συμβούλια. Όλοι στο κόλπο είναι.
Και τέλος, για να ξέρει ο κόσμος. Δεν γίνεται ο κακός χαμός για να προαχθεί κάποιος, μόνο και μόνο για κάποιο επίδομα θέσης. Όχι. Ελάχιστα είναι αυτά τα λεφτά. Στο δημόσιο δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στις αμοιβές μεταξύ ενός κλητήρα του δημοτικού, και ενός διευθυντή με διδακτορικό. Το ΠΑΣΟK φρόντισε και γι αυτό. Ο χαμός γίνεται για τις θέσεις τις ίδιες. Που εν μέσω όλων αυτών των δραματικών αλλαγών που μας φέρνει το ΔΝΤ μέσω του ΠΑΣΟΚ (ιδιωτικοποιήσεις, ξεπουλήματα, κλπ.), οι θέσεις ευθύνης θα πρέπει να είναι στελεχωμένες από τα δικά μας παιδιά. Για να επιβλέψουν σωστά τη πώληση των ασημικών, και για να βάλουν και οι ίδιοι μερικά στη τσέπη πριν από τη γενική εκποίηση, πριν από τη βύθιση του πλοίου.
Για αυτό και ο ξαφνικός ζήλος κάποιων μεσόκοπων για … μάθηση. Για τη μαρμίτα, όπως πάντα!!!!
Strange Attractor
This entry was posted in Πρώτη Σελίδα. Bookmark the permalink.

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Η ιδιοφυΐα του αιώνα μας: Νίκος Λυγερός...

Aπό το dimithliop.blogspot.com

Είναι ο Έλληνας που κατέχει τον υψηλότερο δείκτη ευφυΐας (IQ) στην κλίμακα Stanford-Binet, με 189 βαθμούς. Γεννήθηκε το 1968 στο Βόλο, σύντομα όμως η οικογένειά του μεταφέρθηκε στη Γαλλία.
Ο Νίκος Λυγερός ήταν αυτός που διάβασε το σχέδιο Ανάν των 10.000 σελίδων και εντόπισε επ΄ ακριβώς τις αντιφάσεις και συνέταξε μια έκθεση μονοψήφιων σελίδων καταγράφοντας αυτές τις αντιφάσεις, την οποία παρέδωσε στον πρόεδρο της Κύπρου κ. Παπαδόπουλο απ’ όπου φαινόταν ότι...
θα ερχόταν η απόρριψή του.
Δείτε αυτήν την συνέντευξη, πραγματικά είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέρουσα…
http://vimeo.com/20281245

Ένας αξιοπρεπής εισαγγελέας μέσα στη σαπίλα. Παραιτήθηκε εξαιτίας της ατιμωρησίας των πολιτικών! - ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Ένας αξιοπρεπής εισαγγελέας μέσα στη σαπίλα. Παραιτήθηκε εξαιτίας της ατιμωρησίας των πολιτικών! - ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ: "Ένας αξιοπρεπής εισαγγελέας μέσα στη σαπίλα. Παραιτήθηκε εξαιτίας της ατιμωρησίας των πολιτικών!
http://nonews-news.blogspot.com/2011/03/blog-post_5288.html



Παραίτηση με βόμβες από τον εισαγγελέα Ι. Σακκά. Τι λέει για το Μνημόνιο, την καταβύθιση της Δικαιοσύνης και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των πολιτών.
Γροθιά στο στομάχι της κυβέρνησης του κατοχικού Μνημονίου αλλά και συγκεκριμένων υπουργών της εκτελεστικής εξουσίας, που κορόιδεψαν τον ελληνικό λαό και...
ενδεχομένως να έχουν υποπέσει σε σοβαρές κακουργηματικές κατηγορίες, αποτελούν οι δηλώσεις που έκανε χθες στην Ευελπίδων ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Ιωάννης Σακκάς, ο οποίος υπέβαλε αιφνίδια παραίτηση από τα καθήκοντα του...


Ο κ. Σακκάς, μιλώντας στη «Δημοκρατία», κατήγγειλε το πολιτικό σύστημα και την ατιμωρησία των βουλευτών κάνοντας λόγο για «κρατικά κακουργήματα» και για ωμή παραβίαση του Συντάγματος με αποτέλεσμα την καταβύθιση της Δικαιοσύνης και την κατάφωρη καταπάτηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Ο πρώην –πια- εισαγγελέας κάνει αναφορά σε «πολιτικούς εγκληματίες που μένουν ατιμώρητοι και οι πολίτες πληρώνουν τις συνέπειες» αλλά και σε «δομημένα οικονομικά εγκλήματα των κυβερνώντων», τα οποία δεν ερευνήθηκαν εξαιτίας της περιβόητης βουλευτικής τους ασυλίας.

«Με την παραίτηση μου εκφράζω τη διαμαρτυρία μου για όλα όσα συμβαίνουν στον τόπο. Υπάρχει ένα σύμπλεγμα λόγων, πέραν του κυκεώνα των νόμων, που η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία δημιούργησαν με αποτέλεσμα να μην μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη.

Δεν ανέχομαι εγώ να υπηρετώ την ποινική δικαιοσύνη και να διώκω το έγκλημα και να βλέπουμε το έγκλημα των πολιτικών να συγκαλύπτεται. Να βλέπουμε το θεσμικό όργανο, τη Βουλή, που είχε από το Σύνταγμα ποινική αρμοδιότητα να ελέγξει και να διώξει τα εγκλήματα των κυβερνώντων να τα αφήνει να παραγράφονται. Μιλάμε για τις υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται και υποκρύπτονται πολιτικά πρόσωπα» τόνισε ο εισαγγελέας. Ο παραιτηθείς εισαγγελικός λειτουργός υπενθυμίζει και τις αναρίθμητες περιπτώσεις παραγραφής αδικημάτων πολιτικών προσώπων, θεωρώντας ως υπαίτιο όργανο της ατιμωρησίας τη Βουλή.

Ποινικές ευθύνες

«Μιλάω για τις περιπτώσεις που από τον Άρειο Πάγο διαπιστώθηκαν ότι είχαν παραγραφεί. Η Βουλή ήταν εισαγγελέας. Δεν επιτέλεσε το καθήκον της ως συλλογικό όργανο και έχει ποινικές ευθύνες». Στο ερώτημα ποιος θα δικάσει αυτούς που δεν δίκασαν και παρέβησαν το Σύνταγμα ο κ. Σακκάς απάντησε: «Αυτό είναι ένα ερώτημα, Εάν υπάρχει όργανο για να τους δικάσει. Η γνώμη μου είναι ότι θα έπρεπε με νόμο να αρθεί η ασυλία τους και να περάσουν από Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο».

Ο πρώην εισαγγελέας Πρωτοδικών Ιωάννης Σακκάς, θεωρούμενος ως «σκληρός» λειτουργός της Δικαιοσύνης, ασχολήθηκε πριν από δύο χρόνια και με την υπόθεση εξιχνίασης της απόπειρας ανθρωποκτονίας της συνδικαλίστριας Κωνσταντίνας Κούνεβα. Σύμφωνα με πληροφορίες, πριν παραιτηθεί ο κ. Σακκάς παρήγγειλε νέα προκαταρκτική εξέταση από το Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Ασφάλειας Αττικής για να ανακαλυφθούν οι άγνωστοι ακόμα δράστες. Στην παραγγελία του ζητεί, κατά τις ίδιες πληροφορίες, να κληθεί να καταθέσει και ο πρώην υπουργός Δημόσιας Τάξης Μιχάλης Χρυσοχοϊδης.

«Δεν μπορώ να το διαψεύσω αυτό για την κλήση Χρυσοχοϊδη. Η υπόθεση δεν έχει μπει στο αρχείο, όπως εσφαλμένα ειπώθηκε. Διαπίστωσα ότι θα έπρεπε απλώς να έχει ερευνηθεί πιο σωστά. Και ο υπουργός, δυστυχώς, είχε κάνει δημόσιες ανακοινώσεις. Μάλιστα με αυτές τις ανακοινώσεις και τις δηλώσεις έχουν επικηρυχθεί και οι δράστες της κυρίας Κούνεβα. Άρα και αυτός θα πρέπει να δώσει κάποιες απαντήσεις. Νομίζω ότι και η Αστυνομία αλλά και η παθούσα δεν έδωσαν πλήρη στοιχεία όταν έπρεπε».

www.real.gr

- Sent using Google Toolbar"

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Γιατί όχι στην Εκάλη ή στο Λαγονήσι ο ΧΥΤΑ; | ANTINEWS

Από factorx στις
Share

Στην φτωχή και υποβαθμισμένη περιοχή της Κερατέας Αττικής, πρόκειται να εγκατασταθεί ένας από τους μεγαλύτερους σκουπιδότοπους (ΧΥΤΑ) στην Ελλάδα.
Η ίδια η ιδέα του “υγιεινού” ΧΥΤΑ, είναι επιστημονικά αμφίβολη, όχι όμως και η διαπλοκή γύρω από αυτήν.
Οι κάτοικοι, δίνουν δίκαιο αγώνα, εδώ και χρόνια νομικά και εδώ και μήνες σε διαρκείς διαδηλώσεις, συγκρούσεις και οδοφράγματα, τα οποία στηρίζει σύσσωμη η τοπική κοινωνία.
Το βιντεάκι και το blog παρουσιάζουν λίγη μόνο από την πρωτοφανή βία η οποία εξαπολύθηκε σήμερα από την αστυνομία στην Κερατέα, για να ανοίξει το μπλόκο στην εθνική οδό, το οποίο έστησαν οι απεγνωσμένοι αλλά και αποφασισμένοι πολίτες.
Την αστυνομία στηρίζει σύσσωμη η κυβέρνηση, η οποία δια των υπουργών της έχουν μιλήσει με χυδαιότητα για τους κινητοποιούμενους κατοίκους.
Αναμένονται πάρα πολύ σκληρά επεισόδια απόψε το βράδυ.
Ίσως, είναι η πιο δύσκολη ως τώρα νύχτα του “πολέμου”.
Στην Κερατέα δεν διακυβεύεται ένας ΧΥΤΑ.
Οι πολίτες της Κερατέας, είναι παράδειγμα αξιοπρέπειας για ολόκληρη την κοινωνία μας, που έσκυψε πολλές φορές.
Είναι επίσης παράδειγμα αξιοπρέπειας απέναντι στη “νομότυπη” τακτική, να επιλέγονται μόνο φτωχές περιοχές για τους ΧΥΤΑ, μόνο φτωχές ομάδες για περικοπές, μόνο φτωχοί πολίτες για δυσανάλογους φόρους.
Μια κυρία, το λέει καθαρά στο βίντεάκι: ”Από εδώ, να πάει παντού”.
http://www.youtube.com/watch?v=g3Q_ACeUuC4
Στο 06:27 η δημοσιογράφος το λέει καθαρά: ‘Πρωτοφανής η αστυνομική βία”.
Επίσης:
http://attikanea.blogspot.com/ .

Υπάρχει ένα συμβολικό ερώτημα: Γιατί όχι στην Εκάλη ή στο Λαγονήσι ο ΧΥΤΑ;
Δεν είναι ρητορικό.
Πιθανότατα, η ίδια η ιδέα του ΧΥΤΑ, είναι αντιεπιστημονική και παρωχημένη.
Οι λαμογιές όμως και το σύστημα των ΧΥΤΑ (εταιρείες μεγαλοκαρχαριών, εκμετάλλευση κλπ) τρέφει τα “κατάλληλα πολιτικά πρόσωπα”.
Επίσης, όπως παντού αλλού στη χώρα, υπάρχουν οι “αξιόλογοι” πολίτες πρώτης ταχύτητας που “πρέπει” να ζουν καλά, και οι “υπάνθρωποι”, “χωριάτες”, οι παρίες που είναι “αναλώσιμοι”.
Γιατί άλλωστε, όλες οι υποδομές στην Εκάλη ή στο Ψυχικό είναι άλλες από αυτές στο Πέραμα…: τα σχολεία (αν και δεν ενδιαφέρονται για τα δημόσια…), τα πάρκα, τα πάντα.
Και εάν κανείς αντιτάξει πως οι ΧΥΤΑ πρέπει να γίνονται εκτός Αθηνών, γιατί δεν τον κάνουν σε καμμία ακατοίκητη περιοχή με “φιλέτα” αλλά σε κατοικημένη ζώνη;
Είναι ψέμμα πως οι “κατώτερες” τάξεις, θεωρούνται “από τη φύση τους δυνατές και μαθημένες να ζουν ανάλογα”.
“Θα αντέξουν (δηλ. θα υπομείνουν) όπως πάντα”)
(Οπότε, δεν πειράζει ένας ΧΥΤΑ με σκουπίδια για εκατοντάδες χιλιάδες δίπλα στο σπίτι τους).
Ξέρουμε άλλωστε με πόση αξιοπιστία τηρούνται όλοι οι κανόνες ασφαλείας στην Ελλάδα, από τους ίδιους μεγαλεργολάβους που θα χτίσουν τον ΧΥΤΑ.
Μήπως δεν είναι απλά διότι δεν συμφέρει ο ΧΥΤΑ να γίνει αλλού,σε ακατοίκητη ζώνη, ούτε διότι “δεν υπάρχουν” οι κάτοικοι για το σύστημα εξουσίας -πλούτου;
Μήπως, στο βάθος, υπάρχει η ανάγκη επιβεβαίωσης της δύναμης του συστήματος, πάνω στους αδύναμους;
Ένα διεφθαρμένο σύστημα, έχει ανάγκη από διαρκή επιβεβαίωση και υποταγή των πολιτών του.
Υπάρχουν τόσες μελέτες και ιστορικές αποδείξεις για αυτό, που δεν χρειάζεται καν να τις παραθέσω.
Είναι όμως ανάγκη, η Κερατέα να γίνει οδηγός της ανυπακοής στην αδικία ή στη “νομότυπη” διάκριση.
Για αυτό, είμαστε όλοι πολίτες της Κερατέας.
Γιώργος Θωμαϊδης
http://www.antinews.gr/2011/03/30/93972/

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

DefenceNet - "Επτάψυχος" ο Μ. Καντάφι: Γενική αντεπίθεση & σφυροκόπημα!

DefenceNet - "Επτάψυχος" ο Μ. Καντάφι: Γενική αντεπίθεση & σφυροκόπημα!
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ arrow ΘΕΜΑ arrow "Επτάψυχος" ο Μ. Καντάφι: Γενική αντεπίθεση & σφυροκόπημα!
"Επτάψυχος" ο Μ. Καντάφι: Γενική αντεπίθεση & σφυροκόπημα!
29-03-2011 15:12:56

ImageΟι κυβερνητικές δυνάμεις του Μουαμάρ Καντάφι εκτελούν από τα ξημερώματα γενική αντεπίθεση κατά των επαναστατών στην προσπάθειά τους να ανακαταλάβουν το έδαφος που έχασαν τις προηγούμενες ημέρες όταν αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν λόγω των σφοδρών αεροπορικών επιθέσεων. Το αποτέλεσμα ήταν οι επαναστάτες να υποχωρήσουν σε όλο το εύρος του παραλιακού μετώπου και να οπισθοχωρήσουν προς την πόλη Μπιν Τζαουάντ, όπως δήλωσε αυτόπτης μάρτυρας στο πρακτορείου Reuters.
Στην αντεπίθεση συμμετέχουν άρματα μάχης Τ-72, αυτοκινούμενα πυροβόλα Palmaria των 155 χλστ., ρωσικά ελαφρά αυτοκινούμενα πυροβόλα των 122 χλστ., ΤΟΜΑ BMP-1 και δίδυμα ZSU 23-2, τα οποία αναφέρεται ότι παρέχουν υπστηρικτικά πυρά.
Όταν άρχισε η επίθεση, οι εξεγερμένοι καλύπτονταν πίσω από αμμόλοφους, για να απαντήσουν στα πυρά, όμως παραιτήθηκαν έπειτα από λίγα λεπτά, ανέβηκαν στα φορτηγά τους και απομακρύνθηκαν βιαστικά προς το Μπιν Τζαουάντ, που βρίσκεται περίπου 150 χλμ. ανατολικά της Σύρτης, που είναι η γενέτειρα του Καντάφι.
Η υπεροχή των δυνάμεων του Καντάφι έγγειται κυρίως στο πυροβολικό όπου με 444 αυτοκινούμενα πυροβόλα, αλλά και δεκάδες αυτοκινούμενοι εκτοξευτές BM-21. Μια υπεροχή που ακόμα δεν έχουν καταφέρει να εξουδετερώσουν τα δυτικά μαχητικά κρούσης. Σημειώνεται ότι το πυροβολικό έπαιξε κρίσιμο ρόλο και στον πόλεμο της Γεωργίας το 2008, όταν η συντριπτική ρωσική υπεροχή (1.700 πυροβόλα διέθετε η τοπική ρωσική στρατιά) διέλυσε τις γεωργιανές θέσεις και ανέτρεψε το αρχικό πλεονέκτημά τους.

Κατά την υποχώρησή τους οι επαναστάτες, βάλλονταν από μονάδες πυροβολικού των κυβερνητικών. Μάλιστα οι διοικητές των επαναστατών που ασχολούνται περισσότερο με το να μοιράσουν το πετρέλαιο από τις πετρελαιοπηγές που έχουν καταλάβει και δήλωσαν στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι περιμένουν «τα πυρά των αεροπλάνων του Σαρκοζί», για να ανακτήσουν το στρατιωτικό πλεονέκτημα και να προχωρήσουν εκ νέου προς τη Σύρτη.
Πάντως το τελευταίο 24άωρο δεν έχουν παρατηρηθεί αεροπορικές επιθέσεις με την ίδια σφοδρότητα όπως τις προηγούμενες ημέρες.
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

You Pay Your Crisis: Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου




Πηγή: Αριστερό Βήμα
Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν στην Ελλάδα με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που την παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από την διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέση της Γερμανίας εντός της ΕΕ. Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα. Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνή καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω του μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα με όχημα τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα (μείωση αμοιβών, μεγαλύτερη εργασιακή ευελιξία, αύξηση του ορίου απολύσεων, μείωση των συντάξεων). Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στα ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.

2. Το Γενικότερο Πλαίσιο

Η είσοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια την δομική αντίφαση που ενυπήρχε εξαρχής στο εγχείρημα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως ακόμα και ο Πωλ Κρούγκμαν έχει υποστηρίξει (Κρούγκμαν 2010), που μόνο για ύποπτος για μαρξιστικές απόψεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος από χώρες με εντελώς διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από αντιφάσεις. Αντιφάσεις που σχετίζονταν με τα διαφορετικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά κάθε χώρας, τους άνισους ρυθμούς κεφαλαιακής συσσώρευσης, τις άνισες επιδόσεις στο διεθνή ανταγωνισμό που οδήγησαν όχι μόνο σε αποκλίσεις στους ρυθμούς πληθωρισμού, στην αύξηση του ΑΕΠ και στη διόγκωση του δημόσιου χρέους αλλά, κυρίως, στη διαφορετικότητα της διεθνούς εξειδίκευσης των εθνικών παραγωγικών συστημάτων (de Grauwe 2009).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το κοινό νόμισμα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό των λιγότερων ανταγωνιστικών κεφαλαίων σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη στιγμή που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια το όπλο της υποτίμησης. Βεβαίως δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία και βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης η τάση των πραγμάτων θα είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων συνολικά ιδωμένων να αυξάνονται. Γι αυτό ακριβώς το λόγο η Γερμανία, ως ο πιο ισχυρός οικονομικά εθνικός, σχηματισμός της ΕΕ επέλεξε τη λύση του ευρώ. Εκτίμησε πως η υπεροχή της ανταγωνιστικότητάς της, ενισχυμένη από την αδυναμία πραγματοποίησης υποτιμήσεων θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη ανάπτυξη των εξαγωγών της, όπως και έγινε. Από εκεί και πέρα η εξελισσόμενη οικονομική κρίση τροποποίησε μερικά, αλλά όχι συνολικά, το υφιστάμενο πλαίσιο. Δημιουργήθηκαν συνθήκες ύφεσης όπου το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έγινε πιο έντονο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη δυσχέρανση των δημοσιονομικών δεικτών και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβει γιατί περιορίστηκαν οι καταναλωτικές δαπάνες με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων και την αύξηση του ελλείμματος ως ποσοστού ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από το γεγονός πως η πτώση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη υστέρηση δημόσιων εσόδων και την πιο συχνή προσφυγή στο δανεισμό για την κάλυψη των αναγκών. Το γεγονός της απουσίας ουσιαστικών αναδιανεμητικών πολιτικών που θα αντιστάθμιζαν την ανισόμετρη ανάπτυξη, δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια συνομοσπονδία, πόσο μάλλον μια ομοσπονδία, αλλά μια ειδική θεσμική συνάρθρωση εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών οι οποίοι ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου.
Η νέα αυτή πραγματικότητα θα οδηγήσει την ελληνική αστική τάξη σε μια αλλαγή υποδείγματος για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Για να μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής υποδείγματος είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε ορισμένους μύθους που προσπαθεί να επιβάλει η άρχουσα τάξη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης

3. Μύθος 1:Yπάρχει μια ιδιαίτερη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας, η οποία δημιουργεί την ανάγκη για τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων λιτότητας
Πραγματικά, αν πάρει στα σοβαρά κανείς τα όσα αναφέρονται από τα ΜΜΕ, τους επίσημους κυβερνητικούς κύκλους αλλά και μερίδα των οργανικών διανοουμένων, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα των μέτρων, θα σχηματίσει την εντύπωση πως στην ελληνική οικονομία συμβαίνουν πρωτοφανείς εξελίξεις αποτελώντας μια οριακή περίπτωση για τα δυτικά δεδομένα. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία μόνο αυτό δε δείχνουν. Καταρχήν το ελληνικό κράτος δεν είναι το πιο σπάταλο της Ευρώπης. Η λειτουργία του στοιχίζει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για το γερμανικό κράτος φτάνουν στο 19,9%, για το Γαλλικό στο 24%, για το βρετανικό στο 23,7% ενώ ο μ.ο της ευρωζώνης φτάνει στο 21,8% (Βεργόπουλος 2010). Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα το 2009 12,5%, η Ιαπωνία 10,5% και ο μο των χωρών της ευρωζώνης ήταν 6,6%.
Στον τομέα του χρέους μπορεί το ελληνικό χρέος να φτάνει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009 αλλά η πολύ ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία διαπιστώνει πως το δικό της χρέος έχει εκτοξευτεί στο 197,2% . Η κατάσταση, δε, εμφανίζεται πολύ διαφορετική αν λάβουμε υπόψη μας το συνολικό χρέος κάθε χώρας (δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες): Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ το συνολικό ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ όταν ο μο της ΕΕ είναι 175% και η Ολλανδία παρουσιάζει συνολικό χρέος 234% του ΑΕΠ, η Ιρλανδία 222%, το Βέλγιο 219%, η Ισπανία 207% η Πορτογαλία 197% η Ιταλία 194%. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία για το εξωτερικό χρέος (δηλαδή τις οφειλές του κράτους, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών προς τις ξένες τράπεζες δεδομένου πως ένα τμήμα του χρέους αφορά τράπεζες της ίδιας χώρας): Μεταξύ των λεγόμενων PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain) η Ιρλανδία χρωστάει το 414% του ΑΕΠ, η Πορτογαλία το 130%, η Ελλάδα το 89,5% και η Ισπανία το 80% (Δελαστίκ 2010α)
Επιπρόσθετα μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζει υψηλές δανειακές ανάγκες, ωστόσο η κατάσταση για πολλά άλλα δυτικά κράτη δεν εμφανίζεται διαφορετική. Συγκεκριμένα οι νέες δανειακές ανάγκες της χώρας για το 2010 αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που άλλες «μικρές» χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία θα δανειστούν από 100 δισεκατομμύρια εκάστη. Κι αν για τις ξένες τράπεζες το ρίσκο δανεισμού 50 δις. προς την Ελλάδα θεωρείται υψηλό τότε τι μπορεί να ειπωθεί για τη Γερμανία που μπορεί μεν να έχει το εννεαπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με το ελληνικό, αλλά αναμένεται να δανειστεί 370 δις. ευρώ; Η δε Γαλλία θα φτάσει τα 450 δις και η Ιταλία τα 400 δις με αποτέλεσμα η αντιστοιχία του δανεισμού προς το ΑΕΠ τους να κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα (Δελαστίκ 2010β).
Τι προκύπτει από όλα τα παραπάνω; Καταρχήν πως παρόμοια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες δυτικές χώρες. Όταν αυτό άρχισε να γίνεται σαφές τότε επιστρατεύτηκε ένα δεύτερο επιχείρημα: πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει και πρόβλημα χρέους και πρόβλημα ελλειμμάτων και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών προβλημάτων που δημιουργεί την οξυμένη κατάσταση. Το ζήτημα, όμως, είναι, πως αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει δύο αντιφάσεις. Η πρώτη είναι πως χώρες πολύ πιο αναπτυγμένες από την Ελλάδα οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία παρουσιάζουν επίσης και υψηλό έλλειμμα αλλά και υψηλό χρέος. Το γεγονός πως δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα έχει να κάνει με τ’ ότι ως πολύ πιο ισχυρές οικονομικά δυνάμεις είναι σε θέση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάσης, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με τ’ ότι πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται ένα συνολικότερο πλαίσιο δραματοποίησης της κατάστασης και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Ισπανία όμως δεν έχει υψηλό χρέος ενώ η Πορτογαλία δεν έχει υψηλό χρέος και το έλλειμμά της είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Κατά συνέπεια κάπου άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια. Όπως θα δείξουμε στην παράγραφο 6 αυτό έχει κύρια να κάνει με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία με την Ισπανία, το οποίο οξύνει η παρούσα παγκόσμια κρίση και η διαπλοκή της με την κρίση του ευρώ, γεγονός που οδηγεί τις αγορές στην απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς τους νοτιοευρωπαικούς καπιταλισμούς.

4. Μύθος 2: Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε γιατί τα τελευταία χρόνια οι έλληνες εργαζόμενοι απόκτησαν ένα καταναλωτικό πρότυπο που δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.

Το παραπάνω με απλά λόγια σημαίνει πως στο προηγούμενο διάστημα δόθηκαν αυξήσεις τις οποίες δεν μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος παραγωγής και τα ελληνικά προϊόντα να καταστούν μη ανταγωνιστικά. Η λογική συνέπεια αυτού του μυθεύματος είναι πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των ελλήνων εργαζομένων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα .
Ωστόσο, η θεωρία της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα και μάλιστα με ρυθμούς υπέρτερους από αυτούς του μ.ο των χωρών της ΕΕ-15 είναι επιδεκτική κριτικής για πολλούς λόγους. Πράγματι τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν πως μεταξύ 1995 και 2008 η σωρευτική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μέσων αποδοχών στην Ελλάδα έφτασε το 37%. Εντούτοις η αύξηση αυτή είναι υπερεκτιμημένη: Καταρχήν λαμβάνει υπόψη τον μέσο πληθωρισμό και όχι τον πληθωρισμό που αντιστοιχεί σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο κάνουν χρήση τα νοικοκυριά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους σχετικούς υπολογισμούς η υπερεκτίμηση αυτή προσεγγίζει κάθε χρόνο το 0,7% (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009). Έπειτα ο μέσος μισθός δεν αντανακλά την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων αφού σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι πολύ υψηλές αμοιβές των στελεχών. Τέλος οι μέσες πραγματικές αποδοχές δεν είναι υπολογισμένες για σταθερό αριθμό ωρών, αλλά για το σύνολο του χρόνου εργασίας με αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερωρίες .
Το πρόβλημα είναι πως η απουσία τέτοιων στοιχείων για όλη την περίοδο δεν διευκολύνει να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για το τι συνέβη στην μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Για το λόγο αυτό εκτιμούμε πως είναι ασφαλέστερο να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί.
Ξεκινώντας από τη συμμετοχή των μισθών στο ΑΕΠ διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια μακροχρόνια τάση μείωσης του μεριδίου τους από 56% το 1995 σε 54% το 2008. Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των Ελλήνων φαίνεται και από το γεγονός πως το ποσοστό της αποταμίευσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του εισοδήματος μειώνεται από 14,1% το 1996 σε 8,9% το 2004. Ταυτόχρονα το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2006 έφτανε το 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι μισοί φτωχοί έχουν εισόδημα μικρότερο από το 44,4% του διαμέσου εισοδήματος και άρα απέχουν σημαντικά από το να εξέλθουν από τη φτώχεια (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 210- 211). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να γίνει κατανοητό το γεγονός της μαζικής προσφυγής στον ιδιωτικό δανεισμό. Ένα σημαντικό τμήμα των ελλήνων μη μπορώντας να ικανοποιήσει τις καταναλωτικές του ανάγκες με τον τρόπο της προηγούμενης γενιάς , προσέφυγε στις τράπεζες. Το αποτέλεσμα ήταν ο δανεισμός των νοικοκυριών, ύστερα και από την απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης το 2003, να αυξηθεί κατακόρυφα, 28% ετησίως για την περίοδο 2002- 2007. Ως ποσοστό του ΑΕΠ η συνολική δανειακή επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε στο 50% στο τέλος του 2009 από 34,7% στο τέλος του 2005 (Μητράκος- Συμιγιάννης 2009: 7)
Ένας άλλος δείκτης που αποτυπώνει τις κοινωνικές ανισότητες είναι η φορολογία όπου οι έμμεσοι φόροι συνεισφέρουν κατά 66% στα φορολογικά έσοδα, οι μισθωτοί κατά 12%, οι μεγάλες επιχειρήσεις κατά 10%, οι μικρές επιχειρήσεις κατά 4% και οι επαγγελματίες κατά 3% (Κυπριανίδης- Μηλιός 2010: 10) Αλλά και στους πιο «αναλογικούς» άμεσους φόρους η κατάσταση δεν εμφανίζεται δικαιότερη: σε σχέση με τη φορολόγηση του εισοδήματος το 2004 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος ενώ το 2006 το 50,1%. Αντίθετα οι επιχειρήσεις ενώ το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, το 2006 κατέβαλαν το 36,3% των φόρων εισοδήματος (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2008: 22- 23).
Το παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως το αποτέλεσμα μιας συνειδητής ταξικής κρατικής πολιτικής σε σχέση και με τη φορολογία. Και δεν μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά από της στιγμή που για τις μεγάλες επιχειρήσεις η φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006. Το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελεστής φορο¬λογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στην Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. Αντίθετα, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ανερχόταν σε 34,5% και το 2006 αυξήθηκε σε 35,1%. Κατά το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελε¬στής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 30,8%, στην Γαλλία 41,9%, στην Ιταλία 42,5%, στην Κύπρο 24,18%, στο Βέλγιο 42,7%, στην Δανία 37,1%, στην Πορ¬τογαλία 28,6%, στην Αγγλία 25,8% και στην Ε.Ε-25 ήταν 36,4%. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ε.Ε-25, ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε -25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25. (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009: 93) .
Το συνολικό αποτέλεσμα όλων όσων αναφέρθηκαν είναι η Ελλάδα να διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές από τη στιγμή που το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων ελλήνων που κατέχουν το 40,4% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, είναι περίπου εξαπλάσιο από το εισόδημα του 20% των λιγότερο εύπορων ελλήνων που κατέχουν το 7% του εισοδήματος. Αντίθετα στις χώρες της ΕΕ15 η διαφορά δεν υπερβαίνει την τελευταία δεκαετία τις 4,8 φορές (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 213).
Γενικό συμπέρασμα: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα αυξήθηκαν γιατί ο παραγόμενος πλούτος διαμοιράστηκε πολύ άνισα. Κατά συνέπεια τα σημερινά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οφείλονται στην (υποτιθέμενη) αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων

5. Μύθος 3: Η (υποτιθέμενη) αύξηση των μισθών οδήγησε σε ραγδαία μείωση των εξαγωγών
Το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι πως ακόμα και αν δεχτούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως υπάρχει πραγματική αύξηση των μισθών αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε πτώση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που κάναμε στην προηγούμενη παράγραφο, η παραγωγικότητα της εργασίας προς το μο της ΕΕ 15 έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ ότι οι μισθοί (19% έναντι 14%). Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν πρέπει να εστιάζεται στους μισθούς.
Ταυτόχρονα είναι λάθος να θεωρείται πως το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι τωρινό πρόβλημα- πόσο μάλλον πως γι’ αυτό φταίει η άνοδος των μισθών.
Ας το εξετάσουμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά. Για να θεωρήσουμε πως τώρα υπάρχει κρίση ανταγωνιστικότητας αυτό σημαίνει πως σε κάποια, πολύ πρόσφατη, χρονική φάση αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία γνώριζε σημαντική ανάπτυξη. Ωστόσο σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία η σχέση εξαγωγών προς εισαγωγές για την περίοδο 1960- 1989 παρουσιάζει ορισμένες, όχι σημαντικές, αυξομειώσεις κυμαινόμενη μεταξύ 1/3 και 1/2,5. Η σαφής αυτή υπεροχή των εισαγωγών αντανακλά ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν οδήγησε στην πτώχευση της χώρας ούτε σε κάποια αντίστοιχη οικονομική καταστροφή. Στη συνέχεια η δεκαετία 1990- 1999 χαρακτηρίστηκε από μια παγίωση της σχέσης στο 1/2,5. Τέλος για την περίοδο 2000- 2009 μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα: α) παρατηρείται μια περιορισμένη διολίσθηση της σχέσης εξαγωγών/ εισαγωγών η οποία κυμαίνεται γύρω από το ύψος του 1/3. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ένταση του τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ειδικότερα με τις πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ από εθνικούς σχηματισμούς με υπέρτερη παραγωγικότητα αλλά και σε αυτή καθ’ αυτή τη χρήση του ευρώ ως ακριβού νομίσματος για τις συναλλαγές με τις χώρες εκτός ευρωζώνης. β) Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία αυτή δε φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κάποια δραστική μείωση των εξαγωγών, τέτοιας τάξης που να δικαιολογεί τη λήψη αντίστοιχης εμβέλειας μέτρων όπως αυτά που αποφάσισαν από κοινού Κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Τ’ ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατακόρυφης μείωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται και από τα υπάρχοντα στοιχεία που αφορούν την εξέλιξη της συμμετοχής των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές, στις εξαγωγές των χωρών της ζώνης του Ευρώ καθώς και στις εξαγωγές στο σύνολο των χωρών της ΕΕ. Ωστόσο ούτε αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάποια βαθιά κρίση εξαγωγών. Υπάρχουν διακυμάνσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους αλλά όλα κινούνται σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια. Έτσι την περίοδο 2000- 2008 η συμμετοχή των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμαίνεται μεταξύ 0,016 και 0,018 του συνόλου, στις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ από 0,048 μέχρι 0,059 και στις εξαγωγές των χωρών της ΕΕ από 0,037 μέχρι 0,049 Βεβαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ακόμα και για το μέγεθος της Ελλάδας οι επιδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές. Δε θα διαφωνήσουμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν αντλεί τη δυναμική του από τη βιομηχανία αλλά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια καθίζηση των εξαγωγών.

6. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;
Το πραγματικό πρόβλημα έχει να κάνει με το μοντέλο ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη μεταπολεμικά. Το βάρος δινόταν πρωταρχικά στον εφοπλισμό, άλλωστε η Ελλάδα παραμένει σταθερά η πιο ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, και στην ανάπτυξη του κατασκευών (πέραν της κατασκευαστικής ανοικοδόμησης της χώρας αξίζει να αναφερθεί και η πολύ σημαντική παρουσία των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στη Β. Αφρική και στη Μ. Ανατολή) και του τουρισμού και μόνον δευτερευόντως και υποτελώς στη βιομηχανία και μάλιστα στην εξαγωγική εκδοχή της. Στη συνέχεια και με την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ ΕΕ την όλη αυτή κατεύθυνση ενίσχυσαν και οι κοινοτικοί πόροι.
Το τουριστικό συνάλλαγμα, τα έσοδα από τον εφοπλισμό και οι πόροι από την ΕΟΚ συντελούν αποφασιστικά στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Διαφορετικά ειπωμένο το σχετικά αδύνατο σημείο του ελληνικού καπιταλισμού που ήταν η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας του, το αντιστάθμιζε το γεγονός της πολύ ισχυρής ναυτιλιακής παρουσίας, της ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας και των πόρων από την ΕΟΚ/ ΕΕ που σε σημαντικό βαθμό κατευθύνονταν στο κατασκευαστικό κεφάλαιο.
Στη δεκαετία του ’90 το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα των διεθνών αγορών που έφερε η νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, (το φαινόμενο που για ορισμένους ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση») ενέτεινε τις πιέσεις απέναντι στην ελληνική οικονομία. Η λύση που επιλέχτηκε για να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα δεν ήταν κάποιας μορφής τεχνολογικής μετασχηματισμός ή μια ριζική αναδιαμόρφωση του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, όπως υπήρξε ο φορντισμός στο παρελθόν, πέραν της υιοθέτησης ορισμένων μορφών εργασιακής ευελιξίας. Αντίθετα δόθηκε βάρος στη συνέχιση του ίδιου μοντέλου με ταυτόχρονη ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων (μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, αυξήσεις μικρότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας) καθώς και μέσω της αξιοποίησης της φτηνής μεταναστευτικής εργασίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε μια περίοδο έντονης κεφαλαιακής διεθνοποίησης η Ελλάδα είναι η χώρα με πολύ λίγες άμεσες επενδύσεις προς το εξωτερικό και αυτές σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Βαλκανικής.
Η ένταξη στην ΟΝΕ, η πραγματοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, η διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το 2004, δεν διαφοροποίησαν αυτή την στρατηγική αλλά την ενίσχυαν. Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν διάφορες παράλληλες μορφές ενίσχυσης του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του όπως η ανοχή στην παραοικονομία (η οποία αισίως έφτασε στις αρχές του 21ου αιώνα το 28,5% του ΑΕΠ), η διαπλοκή μονοπωλιακών μερίδων και κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα την υπερκοστολόγηση δημόσιων έργων κοκ.
Τα προβλήματα άρχισαν να οξύνονται όταν εμφανίστηκε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων, πτώση των εσόδων από τον τουρισμό, αύξηση του δανεισμού για να καλυφτεί το κόστος που δημιουργούσε η προνομιακή μεταχείριση στην ανάληψη δημόσιων έργων από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους (πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκανδάλου της Ζήμενς), σταθερά υψηλά κόστη στρατιωτικών δαπανών κυρίως λόγω ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων , υπερκοστόλογηση δημόσιων δαπανών (ενδεικτικό παράδειγμα η λειτουργία του νοσοκομειακού τομέα με ότι αυτός περιλαμβάνει: φάρμακα, ιατρικά μηχανήματα, ιατρικές εξετάσεις που εκτελούνται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω αδυναμίας τέλεσής τους από τον δημόσιο), αλλαγή νηολογίου για τους έλληνες εφοπλιστές και κατεύθυνση προς το κυπριακό νηολόγιο. Ταυτόχρονα η ένταξη στην ΕΕ σχηματισμών χαμηλότερης κόστους εργασίας (των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών) ενέτεινε την εικόνα της μειωμένης ελληνικής παραγωγικότητας αφού αυξήθηκε περισσότερο ο ανταγωνισμός εντός της ίδιας οικονομικής ολοκλήρωσης. Εξέλιξη που έπληξε κυρίως τους ελληνικούς παραδοσιακούς κλάδους έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση) με συνέπεια είτε την πτώχευση επιχειρήσεων είτε την μετοίκησή τους σε χώρες της Βαλκανικής. Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε και ο υψηλός πληθωρισμός που παρουσίασε η Ελλάδα σε σχέση με τον μ.ο των χωρών της Ευρωζώνης. Ίσως κάποιος να μη δώσει σημασία θεωρώντας πως ένας πληθωρισμός της τάξης του 3,5% δεν αποτελεί κάτι σημαντικό. Δεν είναι έτσι, όμως, δεδομένου πως στις χώρες του ευρώ ο πληθωρισμός κυμαινόταν περίπου στο 2,2%, πράγμα που συνιστούσε μια διαφορά της τάξης του 70%. Στη διάρκεια μια δεκαετίας αυτή η απόκλιση συνέβαλε ουσιαστικά στην μείωση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας .
Το τραπεζικό κεφάλαιο από την πλευρά του επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις προς την κατεύθυνση έντονων αναδιαρθρώσεων, ωστόσο αυτό προσέκρουσε στην αδυναμία αρκετών εταιρειών να ενσωματώσουν τόσο σημαντικές αλλαγές στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης με αποτέλεσμα συχνά να παράγονται αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα σημείο και μετά θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αφού η κρίση οδήγησε στον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, πράγμα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ύφεση κοκ.
Όλα αυτά θα κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους και στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας η οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου ακολούθησε μακροχρόνια ανοδική πορεία μέχρι το 2004 και αυτό σε σημαντικό βαθμό σχετίζεται και με την σημαντική αύξηση των επενδύσεων, (πρώτη μεταξύ των χωρών της ΕΕ για την περίοδο 1996- 2004) σε μηχανολογικό εξοπλισμό (Ιωακείμογλου- Μηλιός 2006: 590- 591) . Από εκεί και πέρα κάθε πρόσθετη μονάδα επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο συνοδευόταν από μικρότερη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Πρόκειται για το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τη χρήση νέων τεχνολογιών στον εισαγόμενο από το εξωτερικό μηχανολογικό εξοπλισμό. Ο συγκεκριμένος κύκλος ξεκίνησε το 1996 και από 25% που ήταν η σχέση προϊόντος/ κεφαλαίου το 1995 έφτασε στο 28,5% το 2005. Από το 2006 η άνοδος ανακόπηκε και μετατράπηκε σε πτώση το 2008 (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009).
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πως βοηθούσης και της παγκόσμιας ύφεσης η ελληνική οικονομία από το 2005 αρχίζει να εμφανίζει έντονα στοιχεία συστολής. Έτσι η εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώ¬ριου προϊόντος σε σταθερές τιμές, υπήρξε ανο¬δική κατά την περίοδο 1996-2004, παρουσίασε κάμψη από το 2005 και κατέστη στην συνέχεια έντονα πτωτική. Σύμφωνα, δε, με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ θα μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά περίπου 2% το 2010. Ο ετήσιος ρυθµός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4,0% το 2007 στο 2,9% το 2008 και στο -2% το 2009. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,0% το 2008 ενώ το 2007 είχε παρουσιάσει άνοδο 2,7%.
Στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης η κρίση συμπυκνώθηκε στην άνοδο του δημόσιου ελλείμματος από 6,6% που ήταν το 2008 στο 12,9% του ΑΕΠ στο 2009. Αυτό οφείλεται σε μια σημαντική μείωση των εσόδων και των επιστροφών εσόδων (περίπου 4%), καθώς και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών (περίπου 2/%). Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ σε όλη τη περίοδο 2002- 2008 τα δημόσια έσοδα σημείωναν κάθε έτος αύξηση, το 2009 για πρώτη φορά θα σημειωθεί μείωση 1,1 δις. ευρώ.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να διαβάσουμε τα ακόλουθα δεδομένα

Σε ότι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε έχει σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Παρατηρούμε πως υπάρχει μια μείωση του ελλείμματος μέχρι το 2004, όπου και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια το έλλειμμα αυξάνει και το 2008 βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, για να μειωθεί ξανά το 2009 λόγω της από- διεθνοποίησης που προκαλεί η παγκόσμια ύφεση. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ενός τέτοιου εύρους κρίση εξαγωγών που να δικαιολογεί, έστω και από αστική σκοπιά, την ένταση των μέτρων που ελήφθησαν. Επίσης αν λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο των καυσίμων, η Ελλάδα ως ενεργειακά εξαρτημένη χώρα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμπορικού ισοζυγίου αν δεν είχε να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα. Έπειτα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο παράγοντας του σχετικά υψηλότερου πληθωρισμού που σε καθεστώς σταθερών ονομαστικών ισοτιμιών οδήγησε στη σταδιακή απώλεια ανταγωνιστικότητας πολλών ελληνικών προϊόντων καθώς και η άνοδος των εισαγωγών που οφείλεται τόσο στην οικονομική μεγέθυνση που συνέβαλε στην αύξηση της ζήτησης για εισαγόμενα προϊόντα όσο και στις επενδύσεις σε εισαγόμενο μηχανολογικό εξοπλισμό (Μηλιός 2010).
Με αντίστοιχο τρόπο με το εμπορικό έλλειμμα κινείται και η εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μείωση μέχρι το 2004, αύξηση μέχρι το 2008, ξανά μείωση του 2009. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το έλλειμμα κινείται στη μετά 2004 περίοδο σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από ότι στην πριν του 2004. Αυτό από τη μια επαναεπιβεβαιώνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ξαφνική κρίση εξαγωγών και από την άλλη δείχνει πως οι υπόλοιποι δείκτες εμφανίζουν μια υπέρτερη υστέρηση. Ο πρώτος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο θεωρούμε πως είναι η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων η οποία είναι σχεδόν συνεχής από το 2000 μέχρι το 2009- παρά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών που θα περίμενε κανείς, (και γι’ αυτό άλλωστε, υποτίθεται, πως ανέλαβε η χώρα αυτό δυσβάστακτο κόστος), να λειτουργήσει ενισχυτικά για τον τουρισμό. Εκτιμούμε πως σημαντικός παράγοντας σε αυτή την εξέλιξη θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση του (ακριβού) ευρώ. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την μείωση των τρεχουσών μεταβιβάσεων, δηλαδή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Παρατηρούμε πως η ολοκλήρωση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης λειτουργεί αρνητικά σε αυτό τον δείκτη.
Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η κρίση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναδεικνύει μια σημαντικότατη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν της αλλά και με τον μ.ο τω χωρών της ευρωζώνης. Πρόκειται για μια κρίση που αγγίζει και την Ισπανία και την Πορτογαλία φέρνοντας στην επιφάνεια παρόμοια οικονομικά προβλήματα. Συγκεκριμένα την περίοδο 2006- 2009 το ελληνικό έλλειμμα κινείται σταθερά σε διψήφια νούμερα ενώ την περίοδο κατά μέσο όρο οι χώρες της ευρωζώνης κινούνται μεταξύ +0,4% και -0,8%, το έλλειμμα της Πορτογαλίας βρίσκεται σταθερά στο 10% και της Ισπανίας κυμαίνεται μεταξύ 7% και 10% (European Economy 2009). Κατά συνέπεια δεν είναι ούτε το έλλειμμα, ούτε το χρέος, ούτε η ανεργία το βασικό ζήτημα αλλά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αναδεικνύει ευρύτερα προβλήματα παραγωγικότητας.
Η κρίση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαπλέχθηκε με την παγκόσμια κρίση κάνοντας δυσχερή τον μέχρι τότε ρόλο των ελληνικών τραπεζών. Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης ήταν σε θέση να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δανειζόμενα από το εξωτερικό έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η αυξανόμενη ζήτηση για συνάλλαγμα. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν και τις εισροές για τις αγορές κρατικών ομολόγων και μετοχών που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ευρώ συνέβαλαν στην κάλυψη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών . Ωστόσο η έλλειψη ρευστότητας των ξένων τραπεζών που προήλθε από την κρίση συντέλεσε στην αδυναμία εξεύρεσης φθηνού χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 247)
Περνώντας στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών το βασικό πρόβλημα που διαπιστώνουμε αφορά το έλλειμμα από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ειδικά σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια. Η περίοδος 2000- 2004 χαρακτηρίζεται από μια σχετική σταθερότητα και το έλλειμμα διατηρείται στο 5-6%. Στη συνέχεια η υπερθέρμανση της οικονομίας με την αύξηση του ΑΕΠ έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελλείμματος στο 1,8% το 2006, αλλά από το 2007 παρατηρείται ραγδαία άνοδος με αποτέλεσμα το 2009 να φτάσει το έλλειμμα στο 11,7%. Εκτιμούμε πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: μείωση του πραγματικού ΑΕΠ το 2009 λόγω της ύφεσης, αύξηση της προσφυγής σε δανεισμό λόγω της κόστους των δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, μείωση της φορολογικών εσόδων τόσο λόγω της οικονομικής συστολής που έφερε η παγκόσμια ύφεση και στην Ελλάδα όσο και λόγω της μείωσης της φορολόγησης των επιχειρήσεων.
Όλα τα παραπάνω έχουν, όπως είναι φυσικό, συνέπειες στο χρέος. Από το 2006 υπάρχει αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους, το 2009 παρατηρείται μια σημαντική μεγέθυνση αυτού καθ’ αυτού του χρέους, ενώ από το 2007 αυξάνεται το χρέος σημαντικά και σε απόλυτους αριθμούς . Πάνω σε αυτό θέλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις:
Η πρώτη είναι πως η αύξηση της χρέους αποτελεί σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν είναι εύκολο να παρακαμφθεί. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αστική τάξη που φανερώνει την κρίση του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε υιοθετηθεί τα προηγούμενα (πολλά) χρόνια. Τα διαθέσιμα στοιχεία φανερώνουν πως ενώ η δεκαετία 2000- 2009 χαρακτηρίζεται από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην ουσία αυτό δεν βελτιώνει την κατάσταση της οικονομίας αφού, η ανάπτυξη αυτή κατευθύνεται στην αποπληρωμή των τόκων, ενώ αν λάβουμε υπόψη και την πληρωμή των χρεολυσίων τότε δημιουργείται ένα έλλειμμα που οδηγεί σε νέα προσφυγή σε δανεισμό. Η κρίση του 2009 που θα χαρακτηριστεί από αρνητική ανάπτυξη θα εκτινάξει την ελλειμματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η συνολική εικόνα επιδεινώνεται αν αναλογιστούμε πως πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια θα πρέπει να πληρωθούν μέσα στην περίοδο 2011- 2013 ενώ ο μέσος όρος αποπληρωμής των δανείων θα μειωθεί από τα 10 στα 7 χρόνια.
Ωστόσο, κι αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση, δεν πρόκειται για κάτι το ιστορικά πρωτοφανές , ούτε πρέπει να γίνονται συσχετίσεις με το 1898 ή το 1932 που οι ιστορικές συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές ( απουσία, κοινού νομίσματος, μικρότερος βαθμός διεθνοποίησης για την ελληνική οικονομία- άρα μικρότερη επίδραση στη διεθνή οικονομία από τις δύο χρεωκοπίες). Έπειτα όπως φαίνεται και το 2002 και το 2003 η κατάσταση ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένη αφού οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους ήταν υψηλότερες. Εξάλλου σχεδόν όλο το χρέος (97%) είναι σε ευρώ κατά συνέπεια δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ευρώ με το δολάριο, το γιεν και τη λίρα και δεν τίθεται θέμα ανεπάρκειας συναλλάγματος (Βεργόπουλος 2009) ενώ το 75% βρίσκεται στην κατοχή ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες για προφανείς λόγους δεν θα επιθυμούσαν μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας . Τέλος το 75% του χρέους είναι με σταθερό επιτόκιο και το 25% με κυμαινόμενο κατά συνέπεια η επίδραση των αγορών αφορά κυρίως τα νέα δάνεια (Σταθάκης 2010).

7. Οι τρεις βασικές διαστάσεις του ζητήματος
Βασική μας θέση είναι πως τα πράγματα πήραν αυτή τη διάσταση επειδή το αληθινό πρόβλημα αφενός αφορούσε την κρίση στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου αλλά, αφετέρου, επειδή πυροδότησε και ευρύτερες διεργασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωζώνης, κατά συνέπεια η συγκεκριμένη κρίση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ύφεσης, δεν μπορούσε να έχει μόνο «τοπικά» αποτελέσματα.
Σ’ ότι αφορά την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, η αδυναμία εκπόνησης μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής από την ελληνική άρχουσα τάξη εκτιμήθηκε αρνητικά από τις διεθνείς χρηματαγορές με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία απόσυρσης της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών οίκων απέναντι στον ελληνικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος (άλλωστε όπως δείξαμε κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα) αλλά δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα: η απαξίωση που γνώρισε ο ελληνικός καπιταλισμός από τις διεθνείς αγορές και η συνολικότερη διεθνή διάσταση της κρίσης. Ας τα δούμε αυτά τα δύο ζητήματα πιο αναλυτικά.
Σε σχέση με τις αγορές σχηματίστηκε η εκτίμηση πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πιθανό να μπει σε πορεία υποβάθμισής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας στο επόμενο διάστημα και κατά συνέπεια ενείχε κινδύνους η επένδυση σε αυτόν και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια . Αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο τραπεζικό σύστημα: οι τράπεζες αναζητούν στο εξωτερικό κεφάλαια για τη συντήρηση της ζήτησης αλλά η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συντελεί στη διαμόρφωση των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 248). Γιατί, όμως συμβαίνει αυτό; Η κατεύθυνση κεφαλαίων στο χώρο της χρηματοπιστωτικής σφαίρας συμπυκνώνουν μια πρόβλεψη εμπεριέχοντας ένα σημαντικό στοιχείο ρίσκου: οι αγορές κάνουν μια εκτίμηση για τη μελλοντική παραγωγή υπολογίζοντας σε ένα δικαίωμα στο μελλοντικό εισόδημα που αναμένεται να προέλθει από αυτή την παραγωγή. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως δεν υπάρχει τρόπος που να εγγυάται ότι τα κέρδη αυτά όντως θα πραγματοποιηθούν. Έτσι από τη στιγμή που οι αγορές σχηματίζουν την εντύπωση πως οι συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα (και σε αυτό συμπεριλαμβάνονται παράγοντες όπως η στρατηγική της αστικής τάξης αλλά και οι αντιστάσεις των κυριαρχούμενων στρωμάτων) δεν διασφαλίζουν την αρχικά προβλεπόμενη κερδοφορία τότε «υποβαθμίζουν» τη συγκεκριμένη χώρα μέσω της μαζικής εκροής κεφαλαίων ή/ και μέσω της ανόδου των επιτοκίων (Ιωακείμογλου 2010β).
Σ’ ότι αφορά τη διεθνή της διάσταση η ελληνική κρίση έχει να κάνει με το ευρώ και τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών ήταν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό νόμισμα που σταδιακά θα λειτουργούσε ως το παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα. Πράγματι η πορεία του ευρώ θα είναι αποβεί ιδιαίτερα ικανοποιητική κερδίζοντας σημαντικά μερίδια στις παγκόσμιες αγορές. Έτσι στις διεθνείς αγορές χρεογράφων το ευρώ το Δεκέμβριο του 2007 εκφράζει το 32,7% της συνολικής αξίας τους σε σχέση με το 21,7% που εξέφραζε το 1999. Αντίστοιχα η συμμετοχή του δολαρίου μειώθηκε από 46,8% το 1999 σε 43,2% το 2007. Το 2004 το 19% των συναλλαγών σε συγκεκριμένα χρηματο- οικονομικά προιόντα (spot, swaps, outiright) ήταν σε ευρώ, με το δολάριο να κυριαρχεί με ποσοστό 44% και τη βρετανική λίρα στο 8,5% και το γιεν στο 10%. Το πιο σημαντικό όμως, είναι η παρουσία του ευρώ στο σύνολο των παγκόσμιων αποθεματικών. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία το 2007 το 63,9% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων ήταν σε δολάρια ΗΠΑ (έναντι 71% το 1999), το μερίδιο του ευρώ κυμαινόταν στο 26,5%, (έναντι 17,9% το 1999), η στερλίνα περιοριζόταν στο 4,7%, (έναντι 2,9% το 1999), και το γιεν στο 2,9% (έναντι 6,8% το 1995). (Μελάς 2010: 35). Συμπερασματικά το ευρώ κατόρθωσε να παρουσιάσει μια σημαντική δυναμική, χωρίς βεβαίως να μεταβληθεί στο κύριο αποθεματικό νόμισμα, η οποία συντέλεσε στο να περιοριστεί, έστω και ανισόμετρα, η παρουσία των άλλων νομισμάτων. Η εξέλιξη αυτή θα συναντήσει την αντίδραση των αντίπαλων σχηματισμών, πόσο μάλλον που το ευρώ από το διάστημα της δημιουργίας του ανατιμήθηκε πλειστάκις έναντι του δολαρίου και της λίρας.
Η κρίση στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως κερκόπορτα όχι μόνο για να αντληθούν κερδοσκοπικά κέρδη από τον ακριβό δανεισμό αλλά επίσης για να μετατραπεί η κρίση της Ελλάδας σε κρίση του Ευρώ . Στο εσωτερικό της Ευρωζώνης αυτό αποτυπώθηκε στις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας . Η Γαλλία βλέποντας τον κίνδυνο που δημιουργούνταν θέλησε να βοηθήσει την Ελλάδα, όχι βέβαια για λόγους φιλευσπλαχνίας αλλά διότι φοβήθηκε πως η κρίση στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και στην Πορτογαλία και την Ισπανία με αποτέλεσμα να επέλθει η κατάρρευση του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία από την πλευρά της έχει εκτιμήσει πως τα ιδιαίτερα συμφέροντά της εκφράζονταν μέσω της υφιστάμενης κατάστασης όπου όντας η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είχε καταφέρει να ηγεμονεύσει ως εξαγωγική δύναμη στο χώρο της ευρωζώνης. Διαφορετικά ειπωμένο, η περαιτέρω εξαγωγική διείσδυση της Γερμανίας δε βασίστηκε στις ονομαστικές ανταλλακτικές αξίες των βασικών αποθεματικών νομισμάτων αλλά στην τεχνολογική καινοτομία, όπου διατήρησε την πρωτοπορία της σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους (αυτοκινητοβιομηχανία, χημική βιομηχανία, μηχανολογικός εξοπλισμός), στο διευρυμένο τομέα των κεφαλαιακών αγαθών καθώς και στην καθήλωση των μισθών (Χωραφάς 2010: 12- 13). Το αποτέλεσμα ήταν μεταξύ 2000 και 2010 η Γερμανία να έχει συσσωρεύσει ένα πολύ μεγάλο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, μόνο το 2007 ήταν της τάξης του 8%. Αυτό συνέβη γιατί στο διάστημα αυτό οι μεν εξαγωγές πολλαπλασιάστηκαν αλλά η εσωτερική ζήτηση έμεινε στάσιμη σημειώνοντας μια ανεπαίσθητη αύξηση του 0,2% ετησίως. Η ασήμαντη αύξηση της εσωτερικής ζήτησης οφείλεται στη στασιμότητα της πραγματικής αμοιβής της εργασίας, 0,4%- κατά πολύ μικρότερη της αύξησης της παραγωγικότητας. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μέσα σε μια δεκαετία ένα προϊόν να στοιχίζει 25% περισσότερο αν έχει παραχθεί στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Πορτογαλία και την Ισπανία , 23% στην Ιρλανδία και 13% στη Γαλλία ενώ στη Γερμανία η τιμή του έχει παραμείνει σταθερή (Φλάσμπεκ 2010: 57).
Κατά συνέπεια για τη Γερμανία οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα θεωρήθηκε πως θα λειτουργούσε ως αφορμή για να περιοριστούν τα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων αφού αυτό θα συνέβαλε ανασχετικά και στις διαφορές παραγωγικότητας ενώ θα δημιουργούσε και εσωτερικά προβλήματα στη Γερμανία αφού ο εξαγωγικός της θρίαμβος στηρίχτηκε και σε πολιτικές λιτότητας, ενός εύρους που δε γνώρισαν οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Διαφορετικά ειπωμένο ο γερμανικός καπιταλισμός συμφώνησε να συμμετάσχει στο ευρώ θεωρώντας πως οι άλλοι σχηματισμοί χάνοντας το όπλο των υποτιμήσεων δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη δική του υψηλή παραγωγικότητα σε συνδυασμό με τη μισθολογική συγκράτηση. Όταν οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής άρχισαν να γίνονται ορατές υπήρξε η εκτίμηση πως είναι προτιμότερο να πιεστεί η ελληνική οικονομία παρά να τεθεί σε αμφισβήτηση το όλο πλαίσιο που επέφερε πολύ μεγάλα κέρδη στη Γερμανία. Διαφορετικά ειπωμένο με την υιοθέτηση του ευρώ η Γερμανία φάνηκε να παίρνει μια επιλογή «επικέντρωσης» των δραστηριοτήτων της εντός της ευρωζώνης. Γι’ αυτό και το 43% των εξαγωγών της γίνεται ενός της νομισματικής ένωσης
Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη, πρόσθετη, διάσταση η οποία δεν έχει πάρει ακόμα σαφή χαρακτηριστικά αλλά εκτιμούμε πως στο προσεχές μέλλον θα απασχολήσει τη γενικότερη ριζοσπαστική σκέψη. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, η οποία παρεμπιπτόντως πάντοτε αποτελούσε μια δυτική ανορθοδοξία με το δυναμικό εργατικό κίνημα, την ισχυρή αριστερή παράδοση και το μετατοπισμένο πιο προς τ’ αριστερά πολιτικό σύστημα, φαίνεται να επιδιώκεται η μετάβαση σε μια νέα φάση για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς.
Η σημερινή κρίση αποδεικνύει πως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν εμφανίζει αντίρροπες τάσεις ούτε μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής (εφαρμογή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων) ούτε μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών (χρήση της πληροφορικής στην παραγωγή, νέοι αυτοματισμοί, βιοτεχνολογία). Ταυτόχρονα το γεγονός πως σημαντικό μέρος της επέκταση της συσσώρευσης συνδέθηκε με την ανάπτυξη των υπηρεσιών, δηλαδή σε χώρους έντασης εργασίας, δημιούργησε όρια στην αύξηση της παραγωγικότητας. Έπειτα η δυναμική παρουσία στο διεθνή καταμερισμό εθνικών σχηματισμών χαμηλού κόστους εργασίας αλλά αυξημένων δεξιοτήτων του συλλογικού εργαζόμενου εργασίας (πχ Κίνα, Ινδία) αντικειμενικά πίεσε τα ηγεμονικά κράτη δημιουργώντας συνθήκες μειωμένης κερδοφορίας. Τέλος η κατεύθυνση ενός τμήματος των παραγωγικών κερδών στο χώρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος λειτουργούσε ανασταλτικά στην υιοθέτηση ευρύτερων παραγωγικών και εργασιακών αναδιαρθρώσεων.
Η κρίση που εμφανίστηκε στις ΗΠΑ το 2007- 2008 με τη μορφή της φούσκας στις αξίες των ακινήτων συμπύκνωσε όλα τα προηγούμενα προβλήματα. Ακριβώς επειδή η χρηματοπιστωτική επέκταση λειτουργούσε ως προ- επικύρωση παραγωγής μελλοντικών αξιών και κερδών, εμπεριείχε το κίνδυνο της απότομης διόρθωσης και της μαζικής απαξίωσης χρηματο- οικονομικών τίτλων που σε συνδυασμό με την υποβόσκουσα τάση υπερσυσσώρευσης οδήγησαν στην παγκόσμια οικονομική κρίση .
Το πρόβλημα, ωστόσο, με τη συγκεκριμένη οικονομική κρίση είναι πως δεν αποτελεί παρά την (επαν) ενεργοποίηση της κρίσης του 1973 η οποία δεν είχε επιλυθεί αλλά απλώς αναβληθεί, αφού διατηρήθηκαν τα κρισιακά στοιχεία σε μια λανθάνουσα κατάσταση. Όπως έχει δείξει ο Μπρένερ η οικονομική επένδυση στις ΗΠΑ, την ΕΕ και την Ιαπωνία σε όλους τους δείκτες (μεγέθυνση του προϊόντος, επένδυση, απασχόληση, μισθοί) επιδεινώνεται συνεχώς από το 1973 (Brenner 2002; Brenner 2008)- βλ. και τα στοιχεία των πινάκων 3 και 4 του παραρτήματος. Για τον Μπρένερ το πρόβλημα εστιάζεται στην ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ αμερικανικών, ιαπωνικών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και δεδομένου πως τα μεγέθη είναι απαγορευτικά για αποσύρσεις παγίου κεφαλαίου δημιουργείται πτώση στο μέσο ποσοστό κέρδους των παραγωγικών τομέων, γεγονός που οδηγεί σε επιβράδυνση των επενδύσεων και σε συμπίεση των μισθών. Η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης συνέβαλε στην αποτροπή κατάρρευσης της κερδοφορίας αλλά δεν την απεκατέστησε στα προ του ’74 ύψη. Έτσι, το πρόβλημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου επιχειρήθηκε να επιλυθεί μέσω της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης που θα χρηματοδοτούνταν από την επέκταση του δανεισμού, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία μιας σειράς από χρηματοπιστωτικές φούσκες. Η αποτυχία της αστικής στρατηγικής ήταν πως επένδυσε καθοριστικά σε μια κατεύθυνση «μεγέθυνσης του χρέους». Με αυτό τον τρόπο υπήρχε η εκτίμηση πως οι καπιταλιστές θα έβγαζαν κέρδη από τα δάνεια που παρείχαν στους εργαζόμενους και από την άλλη πως με αυτό τον τρόπο θα ενισχυόταν η ζήτηση καπιταλιστικών εμπορευμάτων (Wolff 2008). Εν τούτοις, oι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν πως μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να δώσει απάντηση στη δομική κρίση του καπιταλισμού.
Σταθήκαμε λίγο πιο διεξοδικά στα θέμα της παγκόσμιας κρίσης για να δείξουμε το βάθος των προβλημάτων και τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησαν οι μέχρι τώρα «λύσεις». Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι πως η κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά ότι η Ελλάδα εντάσσεται με ένα ιδιόμορφο τρόπο μέσα σε αυτή. Ακολουθείται με διαλεκτικό τρόπο η πορεία «ελληνική κρίση- κρίση του ευρώ- παγκόσμια κρίση» και αντίστροφα. Σε κάθε περίπτωση, και εδώ η Ελλάδα λειτουργεί ως «πειραματόζωο», είναι απαραίτητη η ανεύρεση νέων τρόπων αναστροφής της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί ως επιλογή είναι η κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία αλλά πως θα υπάρξει μεγάλη μείωση της συμμετοχής της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο με παράλληλη αύξηση του χρόνου της απασχόλησης. Γι αυτό και στην Ελλάδα τα μέτρα δεν περιορίζονται σε μια νέα περίοδο λιτότητας αλλά εκφράζουν την τάση κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών, με πρόσχημα την έλευση της κρίσης.

8. Υπάρχει περίπτωση τα συγκεκριμένα μέτρα να οδηγήσουν στην ανάκαμψη;
Βάση των όσων αναφέραμε εκτιμούμε πως τα συγκεκριμένα μέτρα που λήφθηκαν όχι μόνο δεν θα συντελέσουν στη μείωση του ελλείμματος αλλά το πιο πιθανό είναι πως θα βυθίσουν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Καταρχήν τα μέτρα δεν αποφασίστηκαν για τους λόγους που προβλήθηκαν, αφού όπως είδαμε το όλο ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό, και κατά προέκταση είναι δύσκολο να υπάρξει αντιστοίχηση μεταξύ μέτρων και στόχων. Από εκεί πέρα ανακύπτουν και άλλα θέματα. Η βασική αντίληψη περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στηρίζεται στην άποψη πως με περιορισμό της συνολικής ζήτησης θα ακολουθήσει κρίση των πωλήσεων με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών και στη συνέχεια αναθέρμανση της αγοράς. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει, υποστηρίζουν οι θιασώτες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι μια αύξηση των μισθών γιατί τότε θα περιοριστούν τα κέρδη και επομένως οι επενδύσεις και στη συνέχεια η απασχόληση. Ωστόσο αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, όχι για λόγους νοημοσύνης αλλά επειδή πρόκειται για σαφώς ταξικές πολιτικές, είναι πως η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων γίνεται εφικτή μόνο αν το βάρος της οικονομικής πολιτικής κατευθύνεται στην επέκταση της συνολικής ζήτησης. Σε αντίθετη περίπτωση τα «φθηνά» εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν την παραγωγή τους, η ανεργία θα αυξηθεί και η ύφεση θα βαθύνει. Γιατί θα συμβεί αυτό; Πολύ απλά γιατί η μείωση των μισθών θα επιφέρει μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά τη συνολική ζήτηση και μέσω αυτής τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Οι επιχειρήσεις διαπιστώνοντας πως το παραγωγικό τους δυναμικό δεν χρησιμοποιείται επαρκώς δεν έχουν λόγω να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις- πόσο μάλλον που στην περίπτωση της Ελλάδας ένα μεγάλο τμήμα του αποθέματος του παγίου κεφαλαίου συσσωρεύθηκε πρόσφατα. Το αποτέλεσμα θα είναι να μειωθεί η συμβολή όλων των συνιστωσών της εσωτερικής ζήτησης με άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, γεγονός που θα συντελέσει στην περαιτέρω μείωση της εσωτερικής ζήτησης κοκ. Η χειρότερη, δε, προοπτική θα είναι η δυσκολία που θα έχει η ελληνική οικονομία να επανέλθει στην αρχική της κατάσταση ακόμα και όταν, κάποτε, αυξηθεί η ζήτηση. Κι αυτό γιατί μέχρι τότε θα έχει καταστραφεί ένα τμήμα του κεφαλαιακού αποθέματος,, θα έχουν πτωχεύσει αρκετές επιχειρήσεις ενώ ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού που θα βρίσκεται στην ανεργία θα έχει χάσει τις γνώσεις και τις δεξιότητές του (Ιωακείμογλου 2010α:).
Συμπερασματικά η μείωση των εισοδημάτων δεν θα λύσει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, θα δημιουργήσει πληθώρα νέων ζητημάτων (Θανασούλας 2010: 13). Στον δε τραπεζικό τομέα θα αυξηθεί η επισφάλεια των τραπεζών με συνέπεια τη νέα περιστολή της ρευστότητας στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (Λαπατσιώρας- Μηλιός 2010: 12)

9. Συμπέρασμα
Όπως έχει δείξει η «Σχολή Αλτουσέρ» η ιδιαιτερότητα του πολιτικού είναι πως συμπυκνώνει την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτή την έννοια τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι απλώς μια οικονομικού χαρακτήρα απάντηση στην κρίση, αλλά μια σαφής πολιτική στρατηγική που εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Η ελληνική άρχουσα τάξη βρίσκεται μέσα σε μια δίνη η οποία αποτελεί προϊόν πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ταξικής πάλης: την αδυναμίας συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, των αντιφάσεων που έχει δημιουργήσει η χρήση του ευρώ στο πλαίσιο της παγκόσμιας κρίσης, της ανάγκης συμμόρφωσης όλων των εθνικών σχηματισμών με τις κατευθύνσεις των ισχυρών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, της προσπάθειας σε διεθνή κλίμακα ανεύρεσης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούμε πως τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από προσπάθειες των εθνικών αστικών τάξεων για συστηματική και εντατική μετακύλιση του κόστους της κρίσης στον κόσμο της ζωντανής εργασίας. Σε αυτό οι οργανωμένες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, μορφές εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων θα κληθούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικές στρατηγικές ανάσχεσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Το μέλλον, πέραν του ότι διαρκεί πολύ, προοιωνίζεται και πολύ ενδιαφέρον…