Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Ποιες αλλαγές στη στρατιωτική ηγεσία αποφάσισε το ΚΥΣΕΑ

Ο πτέραρχος Ιωάννης Γιάγκος, νέος αρχηγός ΓΕΕΘΑ

Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009 07:00

Το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Αμυνας ΚΥΣΕΑ που συνεδρίασε, χθες, στο Μέγαρο Μαξίμου υπό την προεδρία του πρωθυπουργού, Κώστα Καραμανλή, επέλεξε ομόφωνα τον πτέραρχο Ιωάννη Γιάγκο, αρχηγό ΓΕΑ ως αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας στη θέση του στρατηγού Δημητρίου Γράψα, στον οποίο απένειμε τον τίτλο του επίτιμου αρχηγού ΓΕΕΘΑ

Στην ίδια συνεδρίαση το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε και ανέθεσε, επίσης ομόφωνα, τα καθήκοντα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού στο Γενικό Επιθεωρητή Στρατού, αντιστράτηγο Φράγκο Φραγκούλη και του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας στον αρχηγό Τακτικής Αεροπορίας, αντιπτέραρχο Βασίλειο Κλόκοζα. Επίσης, ανέθεσε τα καθήκοντα του αρχηγού Τακτικής Αεροπορίας στον αντιπτέραρχο Ιωάννη Πατσαντάρα, έως τώρα διοικητή της Αεροπορικής Υποστήριξης.

Δηλώσεις του κ. Μεϊμαράκη για τις αλλαγές στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων

Ακόμη το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε την τοποθέτηση του διοικητή Γ' Σώματος Στρατού / NDC - GR, αντιστράτηγου Παναγιώτη Γιαννόπουλου στη θέση του β' υπαρχηγού ΓΕΕΘΑ και του διοικητή της Σχολής Εθνικής Αμυνας, αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Θεοφανίδη στη θέση του διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού / NDC - GR. Τα καθήκοντα του Γενικού Επιθεωρητή Στρατού θα ασκεί ο διοικητής 1ης Στρατιάς, αντιστράτηγος Στυλιανός Νάσης, μη απαλλασσόμενος των λοιπών καθηκόντων του.

Επιπλέον, το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε την τοποθέτηση τού μέχρι σήμερα β΄ υπαρχηγού ΓΕΕΘΑ, αντιπτέραρχου Κωνσταντίνου Καλαμάτα, στη θέση του διοικητή της Σχολής Εθνικής Αμυνας και την τοποθέτηση τού έως τώρα υποδιοικητή της ΣΕΘΑ, υποπτέραρχου Κωνσταντίνου Ιατρίδη στη θέση του διοικητή της Αεροπορικής Υποστήριξης.

Ο πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, θα δεχθεί σήμερα στις 10.30 το πρωί, τον απερχόμενο αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας, στρατηγό Δημήτριο Γράψα και στις 11.00 τον υπουργό Εσωτερικών, Πρ. Παυλόπουλο.

Τι αναφέρει η αντιπολίτευση για την «αλλαγή φρουράς»

«Η αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων και των προκλήσεων στο Αιγαίο απαιτεί συγκροτημένη, συντονισμένη και αποτελεσματική εξωτερική πολιτική και πολιτική άμυνας και ασφαλείας της χώρας και όχι κινήσεις πανικού, προχειρότητας και σκοπιμότητας», τόνισε η πολιτική εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ για θέματα Εθνικής Αμυνας, Βάσω Παπανδρέου.

Σχολιάζοντας τις αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ, η κα Παπανδρέου σημείωσε πως «οι έκτακτες κρίσεις στο ανώτατο επίπεδο των Ενόπλων Δυνάμεων, λίγους μήνες μετά τις αναξιοκρατικές κρίσεις του Μαρτίου 2009, έξι μήνες πριν από τις τακτικές κρίσεις και για πρώτη φορά στην ιστορία των Ενόπλων Δυνάμεων στο μέσο του καλοκαιριού, αποδεικνύει την έλλειψη σχεδιασμού και την αδιαφορία της κυβέρνησης για το αξιόμαχο και την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων».

Η κα Παπανδρέου υποστήριξε πως «είναι επιτακτική ανάγκη να αποκτήσει η χώρα μας αξιόπιστη κυβέρνηση, ικανή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα κρίσιμα εθνικά μας θέματα».

Το ΚΚΕ κάλεσε το λαό να μην υποτιμήσει την -κατά την εκτίμησή του- «μετατροπή του στρατού σε μισθοφορικό», καθώς «και την πιο οργανική ένταξη και προσαρμογή του στους επιθετικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.». Οπως υποστηρίζει το ΚΚΕ, «αυτός ο ρόλος του στρατού και η αποστολή, που προωθούν από κοινού η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, δεν υπηρετούν την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και της ειρήνης, αλλά εγκυμονούν μεγάλους κινδύνους και για τα λαϊκά δικαιώματα».

Ο Συνασπισμός σημείωσε πως οι Ενοπλες Δυνάμεις «πρέπει να είναι προσανατολισμένες αποκλειστικά στην άμυνα της χώρας και όχι στις αμερικανονατοϊκές προτεραιότητες» και ζήτησε «να καταργηθούν οι εξοπλιστικές δαπάνες που υπαγορεύονται από τις ανάγκες του ΝΑΤΟ και δεν σχετίζονται με την αμυντική ικανότητα της χώρας».

Τέλος, ο εκπρόσωπος του ΛΑΟΣ, Κωστής Αϊβαλιώτης, υποστήριξε πως «η Τουρκία … ''πραγματοποίησε'' τις αποστρατείες στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας και μάλιστα για τους ίδιους λόγους που είχε απομακρυνθεί ο διοικητής της ΕΥΠ κ. Κοραντής. Το σύνδρομο των πολιτικών απέναντι στο ναύαρχο Λυμπέρη κατά την κρίση των Υμίων συνεχίζεται 13 χρόνια μετά».

O κ. Ι. Γιάγκος.

Ποιοι είναι οι νέοι αρχηγοί

O νέος αρχηγός του ΓΕΕΘΑ, Ιωάννης Γιάγκος, γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1951. Εισήλθε στη Σχολή Ικάρων το 1970 και μετά την αποφοίτησή του το 1974 ως ανθυποσμηναγός Ιπτάμενος, τοποθετήθηκε στην 117 ΠΜ, ως Ιπτάμενος αεροσκαφών F-4Ε. Από το 1974 μέχρι το 1991 συμπλήρωσε πάνω από 3.000 ώρες πτήσης, σε αεροσκάφη F-4 Ε και F-16C/D. Παρακολούθησε τα προβλεπόμενα σχολεία της στρατιωτικής εκπαίδευσης στο εσωτερικό, καθώς και στο εξωτερικό και υπηρέτησε σε διάφορες επιτελικές θέσεις, καθώς και θέσεις διοίκησης. Έχει επίσης υπηρετήσει ως επιτελής στο SHAPE. Καθήκοντα αρχηγού ΓΕΑ ανέλαβε τον Ιανουάριο του 2007.

Ο κ. Φ. Φραγκούλης.

Ο νέος αρχηγός του ΓΕΣ

O αντιστράτηγος Φράγκος Φραγκούλης γεννήθηκε το 1951 στην Κομοτηνή. Εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων 1ος το 1970, από την οποία αποφοίτησε 1ος το 1974. Υπηρέτησε ως διοικητής Υπομονάδας και Μονάδας των Ειδικών Δυνάμεων. Υπηρέτησε επίσης, ως στρατιωτικός ακόλουθος από 29 Νοεμβρίου 1991 έως 16 Σεπτεμβρίου 1994 και ως ακόλουθος άμυνας από 15 Ιουλίου 1998 έως 30 Ιουνίου 2001 στην ελληνική πρεσβεία στην Aγκυρα. Είναι απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου και του NATO DEFENCE COLLEGE (NADEFCOL). Υπηρέτησε ως επιτελής σε σύνταγμα, σε μεραρχία, στο Γενικό Επιτελείο Στρατού και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Aμυνας (ΓΕΕΘΑ). Το 2003 ανέλαβε τα καθήκοντα του διευθυντού Πολιτικής Σχεδίων και Εκμετάλλευσης στο ΓΕΕΘΑ. Το 2004 προήχθη σε υποστράτηγο και ανέλαβε τα καθήκοντα του διευθυντού Διακλαδικής Διεύθυνσης Στρατιωτικών Πληροφοριών. Το 2006 ανέλαβε τη διοίκηση της XVI M/Κ ΜΠ. Το 2007 προήχθη στο βαθμό του αντιστράτηγου και ανέλαβε τη Διοίκηση του Β' ΣΣ και το 2008 ανέλαβε τη Διοίκηση της 1ης Στρατιάς.

Ο κ. Β. Κλόκοζας.

Ο νέος αρχηγός του ΓΕΑ

Ο αντιπτέραρχος Βασίλειος Κλόκοζας γεννήθηκε στην Αμφισσα το 1955. Εισήλθε στη Σχολή Ικάρων το 1973 και αποφοίτησε το 1977 ως ανθυποσμηναγός Ιπτάμενος. Εκτέλεσε καθήκοντα διοίκησης σε επίπεδο Μοίρας και Πτέρυγας. Τα πρόσφατα καθήκοντά του περιλαμβάνουν τοποθετήσεις στο ΝΑΤΟ, στο Αρχηγείο Τακτικής Αεροπορίας και στο Κέντρο Αεροπορικής Τακτικής. Έχει πετάξει συνολικά 5.500 ώρες με μαχητικά και εκπαιδευτικά αεροσκάφη.


http://www.naftemporiki.gr/news/static/09/08/07/1699736.htm

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Γαβρίσματα γύρω από την Ακρόπολη

Γράφει: Ο Γιάννης Παπαμιχαήλ

Καθηγητής στο Πάντειο

-------------------------------

Κάθε φορά πια που το σημερινό ελληνικό κράτος ή οι θεσμοί που το αποτελούν επιχειρούν, ενδεχομένως με λανθασμένο τρόπο, να διασώσουν κάποια στοιχεία της ιστορικής πολιτισμικής ταυτότητας της νεοελληνικής κοινωνίας- ή έστω να διατηρήσουν κάτι από την πολιτική αυτονομία με την οποία λαμβάνονται σε επίπεδο εξουσίας, όλες οι αποφάσεις ενός, θεωρητικά τουλάχιστον, εθνικά ανεξάρτητου κράτους, εμφανίζεται σε πολλά «προοδευτικά» ΜΜΕ της χώρας η άμεση καταγγελία της προσπάθειας αυτής.

Η καταγγελία αυτή εισάγεται συχνά με τη φράση-κλισέ «διεθνής σάλος από…».

Υποδηλώνεται έτσι ότι υπάρχει μία «ομόφωνη διεθνής κατακραυγή του πολιτισμένου δυτικού κόσμου κατά της Ελλάδας, με ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία μας εκθέτει διεθνώς». Υποδηλώνεται επίσης ότι τα δημοκρατικά ΜΜΕ της χώρας δεν κάνουν σε αυτή την περίπτωση τίποτε άλλο παρά να μας «ενημερώνουν αντικειμενικά» για την ύπαρξη αυτής της κατακραυγής.

Σε αυτή τη λογική του πειθήνιου αποικιοκρατούμενου και πολιτισμικά υπανάπτυκτου Έλληνα ( δηλαδή του «συντηρητικού λαού» και της κυβέρνησης του ), η κοινωνία μας δέχεται μαθήματα δημοκρατίας και ελεύθερης έκφρασης από τον «πολιτισμένο κόσμο». Οι δημοσιογράφοι «ενημερώνουν την κοινή γνώμη της χώρας» για τα παραπάνω «μαθήματα» πολιτικά ορθής συμπεριφοράς, συμβάλλοντας έτσι στον ιδεολογικό της εκσυγχρονισμό.

Ως πρόσφατο δείγμα γραφής του εγχειρήματος της καταγγελίας των πρακτικών που «προκαλούν διεθνή σάλο», αναδείχθηκε από τα ΜΜΕ η αντιπαράθεση μεταξύ του σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά με το Υπουργείο Πολιτισμού και τον διευθυντή του νέου μουσείου της Ακρόπολης.

Όπως καταγγέλλει ο σκηνοθέτης, λογοκρίθηκε, στο φιλμάκι του Γαβρά περί της ιστορίας της Ακρόπολης, ένα τμήμα του ενημερωτικού υλικού που δείχνει ρασοφόρους του βυζαντινού Μεσαίωνα, σκαρφαλωμένους στα διαζώματα της Ακρόπολης, να καταστρέφουν με λύσσα τα αετώματα και τα αρχαία γλυπτά. Όλοι οι γνωστοί εκσυγχρονιστές της χώρας ( όπως, λόγου χάρη, η κ.Δαμανάκη) έσπευσαν βέβαια αμέσως να παρέμβουν στον «διάλογο» για να καταγγείλουν τον σκοταδισμό ή τον «εναγκαλισμό του κράτους με την Εκκλησία» και να ζητήσουν την παραίτηση των

υπευθύνων για την αποτρόπαιη πράξη της λογοκρισίας.

Δεν υπάρχει βέβαια καμία αμφιβολία για το ότι η Εκκλησία, ήδη από τα χρόνια της αγωνίας του αρχαίου κόσμου (και κυρίως μετά τον Ιουλιανό), επιδόθηκε με το πάθος και το φανατισμό τής τότε νέας μονοθεϊστικής θρησκείας, στην καταστροφή των ειδώλων και των ναών του αρχαίου κόσμου.

Η όποια σύγκριση των καταστροφών αυτών, που προκάλεσε μια θρησκεία που προσπαθούσε ακόμα τότε να επικρατήσει, με τις καταστροφές που προκάλεσαν αργότερα οι διάφοροι ξένοι «περιηγητές», είτε λόγω των ίδιων πάνω-κάτω χριστιανικών πεποιθήσεων, είτε λόγω του αρχαιοκάπηλου ρομαντικού θαυμασμού τους προς τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, είναι δύσκολη και επισφαλής, αφού δεν υπάρχουν επίσημες καταγραφές των άπειρων κλοπών και καταστροφών που υπέστησαν τα δημιουργήματα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού από όλες αυτές τις

ιδεολογικές και εθνικές κατηγορίες των ανθρώπων που για διάφορους λόγους «λοξοκοιτούσαν» επί αιώνες τα μνημεία του.

Πάνω σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα, ο οποιοσδήποτε σκηνοθέτης είναι βέβαια ελεύθερος να φαντάζεται και να δημιουργεί τις εικόνες της φανατικής αποκαθήλωσης ή της αρπαγής και της λεηλασίας των ειδώλων του αρχαίου κόσμου όπως το επιθυμεί, ανάλογα με τις καλλιτεχνικές και πολιτικές του ευαισθησίες. Και οι ευαισθησίες του κ.Γαβρά τον οδηγούν να δώσει έμφαση όχι τόσο στους δυτικούς ληστές και καταστροφείς, όσο στους εγχώριους θρησκόληπτους εχθρούς των μνημείων της Ακρόπολης. Δική του επιλογή, που η λογοκρισία, με τη

γνωστή πολιτική της αδεξιότητα, τείνει να αναδείξει σε «κρατικά αποσιωπημένη μεγάλη ιστορική αλήθεια».

Το πραγματικό πολιτικό και πολιτισμικό ερώτημα ωστόσο που θα έπρεπε να τεθεί όσον αφορά την ιστορική αλήθεια σχετικά με τις σημερινές καταγγελίες του ρόλου της Εκκλησίας στις καταστροφές των αρχαίων ναών είναι άλλο: γιατί η συζήτηση ανακινείται από τα εγχώρια ΜΜΕ ως επίκαιρη ακριβώς τώρα, που το θέμα με τα Ελγίνεια έχει ήδη αναδειχτεί σε παγκόσμιο ζήτημα προς προβληματισμό, λόγω κυρίως του νέου μουσείου της Ακρόπολης;

Πώς έγινε και κάποιοι θυμήθηκαν ξαφνικά το αντιειδωλολατρικό μένος και το θρησκευτικό φανατισμό της χριστιανικής Εκκλησίας; Υπάρχει μήπως σε όλες αυτές τις καταγγελίες το «αντιθρησκευτικό» πάθος μιας νέας παγκόσμιας πολιτικής θρησκείας, που αυτή τη φορά ορκίζεται στο όνομα της εκκοσμίκευσης, του επιστημονισμού ή του «εξορθολογισμού»; Μιας νέας θρησκείας, της οποίας οι ιεραπόστολοι δεν φορούν πλέον ράσα, αλλά χρησιμοποιούν τους άμβωνες των ΜΜΕ και της εκπαίδευσης για να αποδομήσουν μέσω του λόγου και των εικόνων τα

λαϊκά ερείσματα και τις πολιτιστικές παραδόσεις που έχει πλέον αποκτήσει ιστορικά η ορθόδοξη εκκλησία στην νεοελληνική κοινωνία. Μια νέα θρησκεία που αγωνίζεται να αποσταθεροποιήσει την παλιά, με το ίδιο, αν όχι περισσότερο πάθος που παλαιότερα έδειξε ο χριστιανισμός εναντίον των ιερών και των οσίων του αρχαίου κόσμου.

Υπάρχει μήπως η διάθεση ( στο όνομα λόγου χάρη του «αντιεθνικισμού», της παγκοσμιοποίησης και λοιπών εκπραγματισμένων ιδεολογημάτων της νεοφιλελεύθερης και πολιτισμικά αποικιοκρατούμενης «παγκόσμιας κοινωνίας των πολιτών»), να αμφισβητηθεί η αίσθηση, κοινή στους περισσότερους ευρωπαίους πολίτες και όχι μόνο στους Έλληνες, ότι τα μάρμαρα και όλος ο γλυπτός ή μη αρχαίος πολιτισμός που αναπτύχθηκε στον τόπο αυτό, ανήκουν σε αυτόν και στους ανθρώπους που συνεχίζουν να ζουν στο έδαφος του, να μιλούν ελληνικά και να έχουν

αρκετές πολιτισμικές αναφορές που ενδεχομένως κατάγονται ιστορικά από τον αρχαίο κόσμο, παρά ίσως τις πολλές προσπάθειες των κύκλων της Εκκλησίας να ξεριζώσουν τα κατάλοιπα του παγανισμού και της ειδωλολατρείας από τις κοινωνίες που διαδέχτηκαν ιστορικά τον αρχαίο κόσμο και κατοίκησαν με τη σειρά τους τον τόπο;

Μήπως οι μονομερείς σημερινές καταγγελίες του εγχώριου χριστιανισμού δεν αποβλέπουν παρά στη γνωστή «ιδεολογική υποβάθμιση» του συνόλου της βυζαντινής και μεταβυζαντινής παράδοσης, που ορισμένοι Έλληνες δυτικόφιλοι εκσυγχρονιστές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μονόπλευρα ως θρησκόληπτη και βαθιά αντιδραστική ή ως φρένο στα ρομαντικά αναγεννησιακά ιδεώδη του δυτικού ευρωπαϊκού κόσμου, στα οποία βεβαίως πίστευαν όλοι οι Ευρωπαίοι «φιλέλληνες» πλιατσικολόγοι, μεταξύ των οποίων και ο Έλγιν;

Μήπως άραγε ο σοσιαλφιλελεύθερος κ. Γαβράς φαίνεται να εμφανίζεται στα ελληνικά ΜΜΕ ως καλλιτέχνης παγκοσμίου φήμης που λογοκρίθηκε μόνο και μόνο για να διαφημιστούν οι προκλητικές σκηνές με καταστροφείς της Ακρόπολης που δεν προέρχονται ούτε από την Αγγλία ούτε από τη Γαλλία αλλά από τα σπλάχνα της ορθόδοξης εκκλησίας;

Μήπως με τη νοοτροπία του αποικιοκρατούμενου που ζει ως κοσμοπολίτης στο Παρίσι, ο άνθρωπος θεώρησε απαραίτητο να διαφωτίσει τους «ιθαγενείς» πρώην συμπατριώτες του για τον αρνητικό ρόλο των σημερινών θρησκευτικών τους παραδόσεων;

Μήπως υπονοεί ότι οι Έλληνες και το ελληνικό κράτος θα έκαναν καλά να σταματήσουν να διεκδικούν τα μάρμαρα ( που αποτελούν άλλωστε «κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας» νέσ-πα;) και τα οποία οι δυτικοί «φίλοι της Ελλάδας» μπόρεσαν να διασώσουν από τη σκοταδιστική λαίλαπα του εγχώριου ιερατείου;

Μήπως ο «ποιητής θέλει να πει» ότι θα κάναμε καλά να αφήσουμε κατά μέρος τις παραδοσιακές δυσπιστίες προς τους λατίνους και τα «αντιιμπεριαλιστικά» ιδεολογικά τους παράγωγα και να «κοιτάξουμε τα χάλια μας», αποκτώντας και εμείς επιτέλους μια κοσμοπολίτικη αυτογνωσία; Μήπως ακόμα ο άνθρωπος κατά βάθος πιστεύει ότι τελικά οι ελληνικές αρχαιότητες διακοσμούν μια χαρά το Λούβρο και δεν χρειάζεται καθόλου να επαναπατριστούν;

Δικαίωμα του να υπονοεί και να πιστεύει ό,τι θέλει. Δικαίωμα μας επίσης να κρίνουμε τις απόψεις του και το έργο του-και να αναλύουμε από ποια συγκεκριμένη ιστορικά πολιτική και πολιτισμική σκοπιά απορρέουν.

Μήπως θα πρέπει λοιπόν να αντιτείνουμε ότι ο ρόλος των «πολιτισμικών εταίρων» της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και των ιδεοληψιών της έχουν αρχίσει να κουράζουν ένα μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης;

Μήπως θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι εδώ « στο Ελλάντα» το κήρυγμα του είδους αυτού το έχουμε τόσο πολύ ακούσει τελευταία που αρχίζει να μας δημιουργεί μια αφόρητη πλήξη;

Μήπως θα πρέπει να θυμίσουμε ότι ο συμπαθής κ. Γαβράς δεν είναι παρά ένας μέτριος σκηνοθέτης που, εξόριστος λόγω δικτατορίας στη Γαλλία (και αφού έπιασε την καλή με το «Ζ» που συγκίνησε τις δυτικές και λατινοαμερικανικές κοινωνίες), δεν κατάφερε στη συνέχεια να κάνει παρά ελάχιστες αξιόλογες ταινίες σε όλη του τη ζωή; Ότι αν και γνωστός Έλληνας καλλιτέχνης του εξωτερικού, το είδος του πολιτικού κινηματογράφου που έκανε μέχρι σήμερα είναι μάλλον απλοϊκό;

Το έργο του κ.Γαβρά παραμένει εντούτοις ενδιαφέρον και αξιόλογο. Δεν είναι όμως τίποτα παραπάνω- παρά μόνο ίσως για τους εγχώριους «εθνικόφρονες κοσμοπολίτες» που βαυκαλίζονται, είτε αυθόρμητα είτε κατά ιδεολογική παραγγελία και με τη μεσιτεία των ΜΜΕ, με τις «εξέχουσες προσωπικότητες των Ελλήνων της διασποράς», δηλαδή των διαφόρων φουκαράδων που μας δίνουν μαθήματα «πολιτικής ορθότητας» ή μας ανακαλούν στην τάξη, αποκαλώντας μάλιστα "φουκαρά" τον διευθυντή του μουσείου της Ακρόπολης...