Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

20091220 Μια σιγαλή Ελλάδα μάς κουβαλάει

Μια σιγαλή Ελλάδα μάς κουβαλάει
Tου Nικου Γ. Ξυδακη
Πόσες Ελλάδες υπάρχουν; Oχι μία, ομοούσιος και αδιαίρετη. Είναι περισσότερες από μία, ζουν παράλληλα, συμπλέουν, διασταυρώνονται, εφάπτονται, συγκλίνουν ή αποκλίνουν, αφίστανται, συγκρούονται, μοιράζονται ή διεκδικούν ζωτικό χώρο.
Παρασκευή βράδυ, στο Μεταξουργείο, Θερμοπυλών και Μεγ. Αλεξάνδρου γωνία, στο μαλακό υπογάστριο των Αθηνών πολλών ταχυτήτων και διαστρωματώσεων. Καθαριστήριον ο Κρίνος, με παλαιά καλλιγραφία στα τζάμια. Κόσμος μπαινοβγαίνει, φωταψίες, στους τοίχους διακρίνονται μεγάλα κάδρα. Μια καλλιτέχνις φωτογράφος παρουσιάζει το λεύκωμά της και μερικές μεγάλες εικόνες. Στα πεζοδρόμια παρκαρισμένες μοτοσικλέτες. Διαβαίνουμε το κατώφλι. Ο Κρίνος, φρεσκοασπρισμένος και καθαρισμένος, έχει μετατραπεί σε εντευκτήριο και γκαλερί. Στις ράγες της οροφής κρέμονται ακόμη κοστούμια και μαντό, ξεχασμένα από την προηγούμενη ζωή του χώρου, σβησμένη τώρα πια. Στον κεντρικό πάγκο, λευκώματα και χαρτοκόπτες: οι επισκέπτες ξεφυλλίζουν. Τα βιβλία προσφέρονται πακεταρισμένα επιμελώς στο παλαιό χαρτί περιτυλίγματος, βεραμάν με κόκκινα γράμματα. Σε μια γωνιά, ο μπουφές: πίσω στο φόντο, ένα μικρούλι χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μπροστά, σε επάργυρα σκεύη αρχοντικού γούστου, προσφέρονται φαλάφελ και κούπες, ετοιμασμένα από τον Αιγύπτιο γείτονα καφετζή.
Γειτονιά. Η καλλιτέχνις γεννήθηκε εδώ, σε αυτήν τη γειτονιά, εδώ κατοικεί ακόμη, όπως κι οι φίλοι της που ήρθαν να τη γιορτάσουν. O Κρίνος/Lilium ποτίζεται με σχέσεις γειτονίας, με φιλία, αλληλεγγύη, ανιδιοτέλεια, ταλέντο, μόρφωση. Και δίνει άνθη: έργα τέχνης, χειρονομίες, αγγίγματα, πειράγματα γύρω από ένα ποτήρι κρασί στο όρθιο, ουσιώδεις συνευρέσεις.
Στο Lilium του Μεταξουργείου συναντιέται γόνιμα η παλιά με τη νέα Ελλάδα: η γειτονιά της ηθογραφίας με την υπερμοντέρνα μητρόπολη· το λυκόφως μιας κοινωνίας νοικοκυραίων σμίγει με το λυκαυγές των νέων υποκειμένων.
Ανακαλώ αυτούς τους τριάντα-κάτι, σαράντα-παρά, που θαύμασα. Φέρουν αρετές των γονιών τους: αγαπούν τα γράμματα, εκτιμούν τη μόρφωση, μιλούν στον πληθυντικό και είναι οικείοι, εκπέμπουν θέρμη μεσογειακή. Και είναι μοντέρνοι, ταχείς, οξείς, κοσμοπολίτες, ακομπλάριστοι, τρυφεροί και ευάλωτοι, αγαπούν τη γειτονιά και την πατρίδα τους, είναι υπερήφανοι για ό, τι είναι, δεν τους ακούω να μυκτηρίζουν και να βαρυγκομούν, να φθονούν ό, τι δεν είναι. Εκπέμπουν ζεστασιά και ευθραυστότητα, μαζί με μια σιγαλή, υπόκωφη δύναμη. Με εγκαρδιώνουν αυτά τα Ελληνόπουλα. Είναι η Ελλάδα που αξίζει να ζεις. Παράλληλα, φυτρώνουν μέσα μου άλλες εικόνες, από άλλες Ελλάδες. Ανθρωποι που μιλούν διαρκώς για μπίζνες και επενδύσεις, λεφτά, ακίνητα, που η πνευματικότερη συζήτησή τους ξεκινά και καταλήγει στο κουτσομπολιό, που κομπάζουν για την ισχύ και την επιρροή τους, που λοιδορούν την πατρίδα τους, την άξεστη και καθυστερημένη, αναμασώντας αγγλολεβαντίνικα, αυτοί που νομίζουν ότι ο Κάλβος είναι ρεστοράν στα βόρεια προάστια, αυτοί που χτίζουν σπιταρόνες αισθητικής Ντουμπάι, αυτοί που οργίζονται με τους «προνομιούχους» δημοσίους υπαλλήλους ενώ κρύβουν τα πλούτη τους σε οφσόρ.
Ασύμπτωτοι Ελληνες. Γυρνώ πάλι το βλέμμα μου, λαίμαργα, με προσδοκία, στους ανθρώπους της προκοπής και της μόρφωσης, της τέχνης και της δημιουργικότητας. Κουβαλούν μια υπερμοντέρνα Ελλάδα, ανήσυχη, κινητική, αγωνιώσα, φιλοπερίεργη, αισιόδοξη· τα έργα τους, η αισθητική τους, η παιδεία τους δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από ανάλογα του Μιλάνου, του Βερολίνου ή του Μανχάταν. Θα διέπρεπαν παντού. Επέλεξαν να είναι εδώ, σε αυτή τη λοιδορούμενη πατρίδα, πατρίδα άνεργη και πτωχευμένη, πατρίδα ξιπασμένη και κουρελού. Γιατί; Δεν μπορώ εύκολα να πω γιατί. Κατά καιρούς, φίλοι της διασποράς, φίλοι του μέσα–έξω, μού απάντησαν φευγαλέα και μεταφυσικά, κάπως έτσι: Γιατί αυτό το «κάτι» που είμαστε εξακολουθεί να υπάρχει... Γιατί το φως, το εκτυφλωτικό φως πάνω απ' όλα, ακόμα και πάνω από τη γλώσσα... Το φως και η φυσικότητα, η ευελιξία των σωμάτων στο χώρο...
Ξέρω, αυτά τα λόγια, ειπωμένα από στόμα ποιητή, δεν απαντούν πλήρως στο «γιατί εδώ;» Αλλά πάλι, μήπως αυτό που λείπει σήμερα, στη βαρύθυμη, αυτοπεριφρονούμενη και απαισιόδοξη Ελλάδα, μήπως λέω, είναι αυτό το ποιητικό πλήρες, το διαφεύγον «κάτι που είμαστε και εξακολουθεί να υπάρχει»; Το φως, η γλώσσα, η φυσικότητα, η συμφιλίωση με ό, τι είμαστε, τα χαμόγελα, τα ανυπόκριτα βλέμματα, η πανταχού παρούσα αύρα αγάπης, το sublime το ένυλο, το τόσο σωματικό και καθημερινό, όσα συνάντησα στο καθαριστήριον Κρίνος/Lilium, Θερμοπυλών και Μεγ. Αλεξάνδρου γωνία; Αυτή η σιγαλή Ελλάδα μάς κουβαλά στους ώμους της.
--


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου